Ο συγγραφέας Γιαν Γκιγιού (πλήρες όνομα Γιαν Όσκαρ Σβέρε Λυσιέν Ανρί Γκιγιού - Jan Oscar Sverre Lucien Henri Guillou) γεννήθηκε στην πόλη Σεντερτέλγιε το 1944. Μεγάλωσε σε μια εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν Γάλλος διπλωμάτης, στη γαλλική πρεσβεία της Στοκχόλμης. Όταν ο Γιαν ήταν περίπου δύο ετών, μετακόμισαν στο Λονδίνο. Εκεί οι γονείς του χώρισαν και η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε.
Στα γυμνασιακά του χρόνια, έδειρε και έδιωξε από το σπίτι τον δεσποτικό πατριό του, ο οποίος τυραννούσε την οικογένεια επί χρόνια και επέβαλλε συστηματικά σαδιστικές σωματικές τιμωρίες στον θετό του γιο. Η βία στο σπίτι μετέτρεψε τον νεαρό Γκιγιού σε μαθητή που ήταν σχεδόν πάντα έτοιμος για καβγάδες. Αυτό τον οδήγησε στην αποβολή του από το σχολείο. Πήγε «εσωτερικός» σε ένα άλλο σχολείο, όπου κατά ειρωνεία της τύχης, επικρατούσε μονίμως η βία. Με την άδεια των διευθυντών του σχολείου, οι παλιότεροι μαθητές «διαπαιδαγωγούσαν» τους νεότερους. Αυτός ο «νόμιμος» εκφοβισμός δημιούργησε ένα δίχτυ βίας από το οποίο κανένας μαθητής δεν μπορούσε να ξεφύγει - αποδέσμευε, όμως τους δασκάλους από την υποχρέωση να ασχολούνται με θέματα πειθαρχίας. Αργότερα, ο Γκιγιού θα απεικονίσει τη βίαιη πραγματικότητα στο σχολείο στο συγκλονιστικό, θλιβερό αλλά γεμάτο ένταση αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Το ξέσπασμα της βίας, το οποίο έχει πουλήσει πάνω από 500.000 αντίτυπα και πρόσφατα γυρίστηκε ταινία. Η ταινία ήταν υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας το 2003. Παίχτηκε και στο θέατρο, με τεράστια επιτυχία, για αρκετές σεζόν. Χάρη στη συζήτηση που έγινε και στα άρθρα που έγραψε ο Γκιγιού για το σχολείο αυτό, το «κολαστήριο» έκλεισε. Αργότερα ο Γκιγιού θα πει: «Το έγραψα για καθαρά θεραπευτικούς λόγους, αν και σε ορισμένα σημεία το παρατράβηξα».
Δημοσιογράφος και συγγραφέας
Πιάνει δουλειά ως ρεπόρτερ στο περιοδικό «FiB-aktuellt» (1966-1967) και εν συνεχεία στο «Folket i Bild/Kulturfront» (1970-1975). Κάνει το συγγραφικό του ντεμπούτο με το μυθιστόρημα Αν ξεσπάσει ο πόλεμος (Om kriget kommer) το 1971.
Το 1973, το τεύχος 9 του περιοδικού «Folket i Bild/Kulturfront» σκάει σαν βόμβα στα σημεία πώλησης. Στο άρθρο που είχε γράψει ο Γκιγιού σε συνεργασία με τον συνάδελφό του Πέτερ Μπράτ αποκαλυπτόταν ότι στην ουδέτερη Σουηδία υπήρχε ιδιαίτερα μεγάλη κατασκοπική δραστηριότητα, που δεν είχε στόχο μόνο άλλες χώρες, αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους της χώρας για τα πολιτικά τους πιστεύω. Και δεν ήταν μόνο αυτό: Η αρμόδια υπηρεσία (IB - ήτοι Υπηρεσία Πληροφοριών) δεν βρισκόταν υπό κοινοβουλευτικό έλεγχο και λειτουργούσε ως εκ τούτου σαν κράτος εν κράτει. Ο Γιαν Γκιγιού θεωρείται απειλή για την εθνική ασφάλεια και καταδικάζεται σε φυλάκιση για τις δραστηριότητες της CIA στη Σουηδία, αναγκάζει δύο Αμερικανούς διπλωμάτες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Το 1981 κάνει το ντεμπούτο του ως επικεφαλής τηλεοπτικού προγράμματος στο Magasinet. To 1984, κερδίζει την περίφημη υπόθεση Κιθ Σέντερχολμ, ξεσκεπάζοντας ένα απίστευτων διαστάσεων δικαστικό σκάνδαλο που έγινε εις βάρος ενός υπόπτου για φόνο που βρισκόταν στη φυλακή και οδήγησε στην απαλλαγή του.
Ακολουθεί μια σειρά 10 κατασκοπικών, πολιτικών θρίλερ με ήρωα τον Καρλ Χάμιλτον.
Αυτός ο επινοημένος ήρωας του Γκιγιού γίνεται -δίχως υπερβολές- ο εθνικός ήρωας των Σουηδών. Η Σουηδία αποκτά τον δικό της Τζέιμς Μποντ. Μόνο που τούτος είναι πολύ προοδευτικότερος, βασανίζεται συχνά από τύψεις για πράγματα που είναι αναγκασμένος να κάνει, είναι πιο ανθρώπινος αλλά συνάμα και πολύ πατριώτης. Δεν είναι κανένας γόης. Είναι ένας άνθρωπος που διψάει για αγάπη, που αγαπάει παράφορα όταν το κάνει, και προστατεύει την οικογένειά του με κάθε δυνατό μέσο. Είναι ανυπέρβλητος στο να αντιμετωπίζει αντιπάλους, στο να διακρίνει την υποκρισία των πολιτικών, ντόπιων και ξένων, στο να είναι διπλωμάτης, στο να φιλοσοφεί με έναν πολύ προσγειωμένο τρόπο, στο να απολαμβάνει το καλό φαγητό και το καλό κρασί, στο να εκτελεί το καθήκον του με τον πιο άψογο τρόπο.
Το Madame Terror είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο με ήρωα τον Καρλ Χάμιλτον και αποτελεί μια ανεξάρτητη συνέχεια της σειράς, ενώ έχει ξεπεράσει όλα τα ρεκόρ πωλήσεων στις σκανδιναβικές χώρες.
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ
Wednesday, February 20, 2013
Λέγοντας η Μέρκελ πως η Ελλάδα πρέπει αν περάσει τα ίδια που πέρασε και η Ανατολική Γερμανία όταν ενσωματώθηκε στη Γερμανία, εγώ καταλαβαίνω πως θέλει να πει ότι η Ελλάδα πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους επανένταξης στην ΕΕ. Μάταιες, λοιπόν, οι προσπάθειες που είχε κάνει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για να μας βάλει στην ΕΟΚ και μετέπειτα ο Σημίτης στην ΟΝΕ. Η Μέρκελ φαίνεται πως θέλει να τα κάνει η Ελλάδα όλα από την αρχή, Αυτό που κάνει, ωστόσο, μεγαλύτερη εντύπωση είναι πως δεν αντιδρά κανείς από την τρισυπόστατη κυβέρνηση. Αλλά θα μου πείτε τι Καραμανλής, τι Σημίτης, τι κυβερνητικό τριώδιο...
Wednesday, February 13, 2013
Thursday, April 19, 2012
Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 87. Γρηγόρης Κονδύλης
04
Απρ
12
Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 87. Γρηγόρης Κονδύλης
Κατηγορίες: Αστυνομική Λογοτεχνία, Αίθριο, Εργαστήρι μεταφραστή και Λογοτεχνία
Tags: Αίθριο, Εργαστήρι μεταφραστή, Λογοτεχνία
Tags: Αίθριο, Εργαστήρι μεταφραστή, Λογοτεχνία
Επειδή τα δύο τελευταία χρόνια μεταφράζω κυρίως σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία —την οποία πρέπει να πω ότι λατρεύω— τα περισσότερα βιβλία ανήκουν σε σειρές (από τριλογίες ώς δεκαλογίες) και οι χαρακτήρες, το ύφος, οι ιδιαιτερότητες του συγγραφέα είναι γνωστοί τόποι. Αν τώρα σε κάποια περίπτωση συναντιέμαι με κάποιον-α συγγραφέα που δεν έχω μεταφράσει ξανά, ή δεν έχω διαβάσει παλιότερα, βουτάω απευθείας στα βαθιά. Αναγκάζομαι βέβαια, πολλές φορές να επιστρέψω και να διορθώσω κάτι, αλλά χαίρομαι πραγματικά την πορεία στον καινούργιο και άγνωστο τόπο που ανοίγεται μπροστά μου.
Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;
Οι μεταφράσεις που με δυσκόλεψαν ήταν το Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ —η οποία έγινε μετά πολλών εμποδίων, μετακόμιση από την Αθήνα στην επαρχία, αλλαγές στον τρόπο και στον ρυθμό ζωής, προσπάθεια προσαρμογής, κ.λπ.—, το Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ, το Φλέγομαι του Τούρμπγιερν Σέβε, το Σκληρά παιχνίδια για σκληρά αγόρια του Γουίλ Σελφ. Τις μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφεραν τα τρία πρώτα. Ο Στάινερ για την πυκνότητα των νοημάτων και τις υπέροχες σκέψεις του, ο Ρέι Μονκ επειδή έκανε την καλύτερη βιογραφία που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα του αγαπημένου μου φιλοσόφου και ο Σέβε επειδή έδωσε κατά τη
γνώμη μο
υ μια υποδειγματική μυθιστορηματική βιογραφία του εξίσου αγαπημένου μου ποιητή Μαγιακόφσκι σε πρώτο πρόσωπο. Πολλά μπορεί να πει κανείς για τις ηδονές και τις απολαύσεις που αποκόμισα από τις μεταφράσεις αυτών των βιβλίων. Πάντως οι μεγαλύτερες απολαύσεις σε όλα αυτά ήταν η δυσκολία και ο όγκος τους. Στα δύο πρώτα —Βιτγκενστάιν και Βαβέλ— ήταν σημαντική η συνεισφορά και η βοήθεια από τον Κωστή Κωβαίο και τον Άρη Μπερλή αντιστοίχως. Τους οφείλω πολλά. Στις ηδονές πρέπει πάντως να συμπεριλάβω και τις πολύτιμες συμβουλές τους.
Όσο για το βιβλίο του Σελφ, η ηδονή βρισκόταν στη δυσκολία της γλώσσας.
Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;
Λογ
οτε
χνικά οπωσδήποτε τα Φλέγομαι (SCRIPTA), Σίλας Μάρνερ της Τζορτζ Έλιοτ (Μαΐστρος), Madame Terror του Γιαν Γκιγιού (Ορφέας), Ένας ατέλειωτος σουηδικός χειμώνας του Λέιφ Πέρσον (Ψυχογιός), Οι απόκληροι του Σεμ-Σάντμπεργ (Πατάκης) και τα βιβλία του Άρνε Νταλ από το Μεταίχμιο για όποιον αγαπάει το καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.
Για άλλα: Οπωσδήποτε τον Βιτγκενστάιν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ (SCRIPTA), το Μετά τη Βαβέλ του Τζορτζ Στάινερ (SCRIPTA), Ο μαγικός φανός του Μπέργκμαν (Ποταμός), Τρία κείμενα για την Ουτοπία των More, Bacon και Neville.
Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;
Ποιος μεταφραστής δεν θα ήθελε να μεταφράσει το Finnegans Wake; Ή όλο το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μ’ εκείνες τις λεπτές αποχρώσεις του λόγου του; Ή ακόμη τον κλασικό σουηδό Sven Delblanc με την υπέροχη ανάλυση των χαρακτήρων και την πρωτοποριακή γραφή του;
Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;
Ότα
ν
μπαίνουμε στο Amazon.com βλέπουμε το όνομα του μεταφραστή δίπλα στο όνομα του συγγραφέα. Μάλλον τον υπολογίζουν περισσότερο εκεί τον μεταφραστή. Όταν διαβάζω κριτικούς που δεν αναφέρονται ποτέ στον μεταφραστή θέλω να τους ρωτήσω το εξής απλό (μια και μιλούν για χειμαρρώδη λόγο, και πολλά τέτοια): «Στα ελληνικά το έγραψε το βιβλίο αυτός ο καλός συγγραφέας;;;» Για ποιον λόγο συμβαίνει; Δεν ξέρω. Ίσως να μην γνωρίζουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ίσως να αναμηρυκάζουν ήδη μασημένη τροφή που προσφέρει ο εκδοτικός οίκος διανθίζοντας τα κείμενα που τους δίνουν με διάφορα καλολογικά στοιχεία. Ίσως να βαριούνται. Ίσως να μην θέλουν. Μου έχει τύχει να αναφέρουν τον επιμελητή ως μεταφραστή σε έργο που είχα μεταφράσει. Αυτό δεν ισχύει ωστόσο για όλους τους κριτικούς. Τι να προτείνω; Αναβάθμιση της δουλειάς του μεταφραστή, με αναφορές στο έργο του, με προβολή του ονόματός του στο εξώφυλλο, μια ελάχιστη προσφορά στον κόπο και στον μόχθο του που συνήθως —και ειδικότερα σήμερα— τον αγοράζουν σε εξευτελιστικές τιμές. Κι αυτό το λέω επειδή το κόστος να είσαι μεταφραστής είναι μεγάλο: υπολογιστές, αναβαθμίσεις, βλάβες, αγορά θεματικών βιβλίων, συνεχής ενημέρωση, ΤΕΒΕ (σκεφτείτε έναν μεταφραστή να βγάζει 3-4.000 σε 4-6 μήνες και να δίνει για ασφάλεια στον ΟΑΕΕ 1.500 και πλέον), πληρωμή παρόχου διαδικτύου, και άλλα πολλά. Ίσως να έχουμε όλοι δίκιο. Κριτικοί, εκδοτικοί οίκοι και μεταφραστές. Αλλά τότε δεν θα έπρεπε να μεταφράζονται βιβλία. Κάποιοι ματώνουν πραγματικά για να διαβάζουμε σήμερα μεταφρασμένα βιβλία.
Το ιδανικό είναι να μπορείς να συνεργάζεσαι με τον ίδιο διορθωτή. Όσες φορές συνεργάστηκα με τον Παντελή Μπουκάλα και με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Αλλά αποδείχτηκαν καλοί και κάποιοι διορθωτές που εργάζονταν μόνιμα για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους. Συνέβαινε όμως και το αντίθετο. Θυμάμαι κάποτε πόσον κόπο είχα κάνει να βρω μια σημασία που δεν ήταν καθόλου αυτή που έλεγε η λέξη με την πρώτη ματιά. Τα κατάφερα. Και —ω του θαύματος!— πήγε η διορθώτρια και την άλλαξε χωρίς να με ρωτήσει, γράφοντας αυτό που θα έγραφε ο καθένας που δεν το είχε ψάξει βαθύτερα. Εσείς ξέρετε μια άλλη σημασία της λέξης not; Τέλος πάντων, η λύση είναι συνεργασία, συνεργασία, συνεργασία.
Ω, ναι! Ακόμη με ακολουθούν ο Βίτγκενσταϊν, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπέργκμαν, ο Γιούχανσον, ο Πολ Γελμ. Καλά είναι… έχετε τους χαιρετισμούς τους…
Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Διαβάζω πολλή σκανδιναβική λογοτεχνία, παλιά και σύγχρονη, όπως και αγγλόφωνη λογοτεχνία, σε όλο το εύρος της. Εννοώ από κλασικούς μέχρι σημερινούς. Με ξεκουράζει πάντως πολύ η ανάγνωση του φιλοσοφικού δοκιμίου.
Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θα το καταλάβετε από τα παρακάτω.
Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Συνήθως διαβάζω ξένους συγγραφείς, αλλά μου αρέσουν πολλοί παλιοί έλληνες λογοτέχνες. Έχω ωστόσο προλάβει να διαβάσω τους καλούς Σώτη Τριανταφύλλου, Ίκαρο Μπαμπασάκη, Αργυρώ Μαντόγλου, Ευγενία Φακίνου, Θάνο Κονδύλη, Μουρσελά (τον συγκαταλέγετε στους νέους;), τον άρτι εκλιπόντα Νίκο Θέμελη… και μερικούς άλλους, δεν θυμάμαι τώρα.
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;
Διαβάζω το περιοδικό Σημειώσεις του φίλου μου του Λυκιαρδόπουλου. Γιατί το προτιμώ; Ε, κάπου εκεί μέσα συναντώνται οι τροχιές μας.
Πώς βιοπορίζεστε;
Μεταφράζοντας
βιβλία — δυστυχώς ή
ευτυχώς… Κι αυτό το λέω επειδή δεν ξέρω πόσο θα αντέξω ακόμη με αυτές τις άτιμες τιμές που δίνουν για το 16σέλιδο. Ξέρεις, κάθε φορά που ρίχνουν κι άλλο τις τιμές οι εκδότες νιώθω “να την κάνω σιγά-σιγά”.
Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;
Σίγουρα τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μαγιακόφσκι, τον Νίκο Ζαχαριάδη… Έχουν εκείνη την αχλή του μυστηρίου που σε γοητεύει.
Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;
Πολύ κινηματογράφο. Επιτρέψτε μου να πω ότι με έναν γρήγορο υπολογισμό έχω δει πάνω από 5.000 ταινίες. Λατρεύω τον Κόπολα, τον Φασμπίντερ, τον Μπέργκμαν, τον Μπου Βίντεμπεργ, τον αγαπημένο μου Αγγελόπουλο (πόσο άδικα χάθηκε και πόσο αναπάντεχα), τον Κουστουρίτσα.
Ναι, ναι, αλίμονο. Σιγά μη δεν το έκανα. Έχω δημοσιεύσει εργασίες μου, σχετικά με τη φιλοσοφία της γλώσσας, σε γλωσσολογικά περιοδικά, κάποια χρονογραφήματα σε άλλα και κάποιες σκέψεις στον ιστολόγιό μου Consideratio, εδώ και πολύ καιρό. Έχω αρχίσει να γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, και μετά τα παράτησα… είναι και ο βιοπορισμός που δεν σε αφήνει.
Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;
Διαβάζω το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ και μεταφράζω Λέιφ Πέρσον, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του.
Δεν διαβάζω ποτέ όταν ταξιδεύω, προτιμώ να συζητώ. Πιστεύω ότι η ανάγνωση δεν θέλει παρέα, μοναξιά θέλει, ρωτήστε και τον Στάινερ, θα συμφωνήσει.
Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;
Υπέροχες, ευτυχώς που υπάρχει και το διαδίκτυο. Πληρώνεις κάτι χοντρά λεφτά τον ΟΤΕ αλλά έχεις μια πληροφόρηση η οποία θέλει οπωσδήποτε μεγάλη προσοχή στο ψάξιμο. Δεν είναι όλα έγκυρα. Κάτι ανάλογο με τη ζωή μας.
Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!
Αγαπητέ Λάμπρο, καλά τα πήγες. Άσε που εγώ απάντησα και σε ερωτήσεις που δεν έκανες. Οπότε δεν παραπονιέμαι.
Αν
κάποιος
σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;
Οι φαουστικές μου αναζητήσεις περιορίζονται στο γεγονός ότι έχουμε ημερομηνία λήξης, πράγμα που είναι καλό… Τι θα έκανε άραγε ο κόσμος με έναν Γρηγόρη ξερόλα από τα χρόνια; Οπότε, δεν θα πάρω, ευχαριστώ. Όσο για τις μεταφράσεις ή τις αναγνώσεις μου δεν πρόκειται να τις χάσω όσο ζω. Μόνο που θα ευχόμουν να μπορούσα να μεταφράζω περισσότερο από χόμπι, παρά από ανάγκη. Και αυτό θα ευχόμουν να είχαν την δυνατότητα να κάνουν όλοι οι μεταφραστές, Χαϊλάντερ και μη…
Camilla Lackberg Από τη Σουηδία με αγάπη
Της Βίκυς Βασιλάτου
Έχουν περάσει κάμποσα χρόνια από τον τεράστιο ντόρο που έγινε γύρω από το αστυνομικό μυθιστόρημα εκ Σουηδίας. Αφορμή για αυτό υπήρξε η έκδοση της πολυσυζητημένης και -στη συνέχεια- κινηματογραφημένης τριλογίας του δημοσιογράφου/συγγραφέα, Stieg Larsson: Το κορίτσι με το τατουάζ, Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά και Το κορίτσι στη φωλιά της σφήγκας (εκδ. Ψυχογιός). Έκτοτε, το σκανδιναβικό μυθιστόρημα άνθισε στα ελληνικά μεταφραστικά εδάφη, με εμάς να γευόμαστε σαν μανιασμένες μέλισσες τη γύρη του.
Βέβαια, παρά τα απατηλά φαινόμενα και τον πρόσφατο «προβολέα» που φώτισε ξαφνικά τη σκανδιναβική λογοτεχνία, κρατάει χρόνια το αστυνομικό της δαιμόνιο, απλώς δεν είχε βγάλει ακόμα διαβατήριο για να περάσει και τα ελληνικά σύνορα. Αξίζει -έστω επιφανειακής και ενδεικτικής- μνείας ο Arne Dahl, που σύμφωνα με τον Πέτρο Μάρκαρη, «είναι ίσως ο πιο ταλαντούχος απ’ όλους τους σκανδιναβούς συγγραφείς», ο Jo Nesbo, που θεωρείται ο νέος Stieg Larsson, αλλά και η πρωτοεμφανιζόμενη, Asa Larsson, με την Ηλιακή καταιγίδα της. Καθένας τους κατάφερε να με ξεναγήσει στην παγωμένη χώρα του με μια διόλου παγωμένη σκοπιά και γραφή.
Έως τώρα έχουν μεταφραστεί από τα μαγικά και ταλαντούχα χέρια του μεταφραστή της από τα σουηδικά, Γρηγόρη Κονδύλη, Η παγωμένη πριγκίπισσα, Ο ιεροκήρυκας και τα Οικογενειακά μυστικά, και αναμένω με αγωνία τα επόμενα δύο της (το ένα το Φθινόπωρο και το άλλο του χρόνου την Άνοιξη). Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, τότε που η Lackberg έκανε τα πρώτα, διστακτικά της βήματα στον κόσμο της συγγραφής...
Με συνοδοιπόρους τη συγγραφέα Ερίκα -το alter ego της - και τον αστυνομικό Πάτρικ, η Camilla μάς φιλοξενεί στη γενέτειρά της, το ψαροχώρι Φιελμπάκα. Εκεί εξελίσσονται και διαλευκαίνονται τα εγκλήματα στα μυθιστορήματά της. Εκεί γνωρίζουμε τις πιο φωτεινές και σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Εκεί μπαίνουμε στα σπίτια των κατοίκων και συναντάμε καλοδουλεμένους ήρωες, που καθένας μάς κερδίζει είτε με τον πόνο είτε με το «αρρωστημένο» μυαλό του.
Η αλήθεια είναι ότι έχω διαβάσει πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα, που σημαίνει ότι γνωρίζω τις τεχνικές αυτού του είδους και πολλές φορές τυχαίνει ν’ ανακαλύπτω ποιος ή ποια εγκλημάτησε νωρίτερα από ό,τι θα έπρεπε. Η Lackberg όμως, ιδίως στο τρίτο της βιβλίο, κατάφερε να με μπερδέψει με μεγάλη μαεστρία. Υποψιαζόμουν τους πάντες και τα πάντα. Έπαιξε με πολύ έξυπνο τρόπο με το μυαλό μου, ένα παιχνίδι στο οποίο δεν ήθελα με τίποτα να μπει η τελική τελεία του…
Η παγωμένη πριγκίπισσα (2011), Ο ιεροκήρυκας (2011) και τα Οικογενειακά μυστικά (2012) της Camilla Lackberg κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη.
Wednesday, June 01, 2011
Μπράβο, Νανά. Ιδού μια φωνή που ξέρει τι λέει!
Αθηνά Δημητριάδου: Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης 2011
της Ιωάννας Μπλάτσου 01/06/2011
Με τη μετάφραση ασχολείται από το 1980. Έχει μεταφράσει Κουτσύ, Μπέκετ, Μέλβιλ, Ροθ, Απντάικ, Μόρισον, Ντανιελέφσκι, και τη βιογραφία του Τζέημς Τζόυς από τον Ρ. Έλμαν. Το 2007 βραβεύτηκε από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας για τη μετάφραση του έργου του Τζ. Μ. Κουτσύ, «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ.» και φέτος με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ «Αγανάκτηση». Στην κουβέντα μας μιλά για τη βράβευσή της και την αξία ενός βραβείου, τις «πονηριές» ορισμένων εκδοτικών οίκων μέσα στην κρίση, ενώ τοποθετείται στη διαμάχη για το «αν ο Φιλιπ Ροθ είναι σπουδαίος συγγραφέας» που έχει ξεσπάσει πρόσφατα στους παγκόσμιους λογοτεχνικούς κύκλους.
• Είχα την τύχη να μεταφράσω σπουδαίους συγγραφείς (Απντάικ, Μόρισον, Κουτσύ, Μέλβιλ, Ροθ) και να θητεύσω στη γραφή τους. Γιατί η μετάφραση εκτός από δημιουργία – δεδομένου ότι δημιουργείς στη γλώσσα σου ένα κείμενο από άλλη γλώσσα – είναι και θητεία, αφού υπηρετείς τον συγγραφέα και το έργο του. Μεταφράζοντας δεν μεταφέρεις απλώς λέξεις και φράσεις από τη μια γλώσσα στην άλλη, αλλά και ύφος και πολιτιστικά στοιχεία. Μεταφράζοντας πλουτίζεις με νέα περιεχόμενα και μορφές την ελληνική γλώσσα.
• Βεβαίως και χάρηκα για τη βράβευσή μου. Είναι οπωσδήποτε μια αναγνώριση ότι κάνω καλά τη δουλειά μου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλοι που δεν βραβεύονται δεν την κάνουν εξίσου καλά ή και καλύτερα. Επιπλέον χάρηκα ιδιαιτέρως επειδή βραβεύτηκα για το συγκεκριμένο βιβλίο. Ο μεταφραστής, όπως άλλωστε και ο συγγραφέας, συχνά ταυτίζεται με τον ήρωα του βιβλίου του, οπότε η δουλειά του γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και ίσως πιο επώδυνη αλλά και πιο επικίνδυνη. Ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπερτονίσεις ή να αποχρωματίσεις φράσεις αναλόγως των προσωπικών σου εμπειριών.
• Ο Φίλιπ Ροθ είναι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Μέσα στα βιβλία του δεν βλέπει κανείς μόνον τη σύγχρονη Αμερική ή, για να το εξειδικεύσουμε κάπως, το εβραϊκό στοιχείο της σύγχρονης Αμερικής, αλλά ένα μωσαϊκό χαρακτήρων της καπιταλιστικής κοινωνίας που τώρα πια είναι γνωστό σε όλο τον δυτικό κόσμο. Είναι πηγαίος και ειλικρινής, διεισδυτικός και άμεσος καθώς και άριστος χειριστής του λόγου, χωρίς να το επιδεικνύει. Αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, δείγμα μεγάλου ταλέντου και απόδειξη σκληρής δουλειάς. Είναι άλλωστε γνωστό ότι είναι βαθύς γνώστης της κλασικής λογοτεχνίας.
• Παρότι ο μεταφραστής βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη μοίρα από ό,τι την εποχή που πρωτάρχιζα, οι συνθήκες εργασίας δεν είναι οι καλύτερες. Οι αμοιβές παραμένουν χαμηλές και δεν ανταποκρίνονται στον μόχθο που πρέπει να καταβάλει όταν βρεθεί μπροστά σε μια δυσκολία – και σας βεβαιώνω ότι σε απαιτητικά βιβλία κάτι τέτοιο είναι συχνότατο. Τότε πια ο μεταφραστής δουλεύει για την τιμή των όπλων ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, κατά συνείδηση.
• Αναμφίβολα ο εκδοτικός χώρος υφίσταται τις συνέπειες της κρίσης, όπως και όλη η Ελλάδα. Και εδώ θα φανεί ποιος είναι ο καλός επιχειρηματίας. Οπωσδήποτε δεν θα είναι εκείνος που θα ρίξει την ποιότητα του βιβλίου για να μην σταματήσει να «πνίγει» τον πάγκο με τις δικές του εκδόσεις. Το καλό βιβλίο είναι σήμερα πιο απαραίτητο από κάθε άλλη φορά. Είναι ένα είδος αρκετά φθηνό, είναι και μια διέξοδος στη μαυρίλα που ζούμε. Μεταφράσεις καμωμένες «στο πόδι» για να συμπιεστεί το κόστος, μεταφράσεις που προϋποθέτουν απαραιτήτως την παρέμβαση του επιμελητή για να σουλουπωθεί το κείμενο, είναι δουλειά σκιτζήδικη.
• Ακούω ότι κυκλοφορούν εσχάτως αριστουργήματα της κλασικής λογοτεχνίας τα οποία, ανάλογα με τον όγκο του βιβλίου, ανατίθενται, έναντι μηδαμινής αμοιβής, σε πέντε και έξι νέους και άπειρους μεταφραστές, οι οποίοι καλούνται να παραδώσουν τα προς μετάφραση κεφάλαια σε μια εβδομάδα το πολύ. Το έργο της υφολογικής ενοποίησης αναλαμβάνει κάποιος ταλαίπωρος επιμελητής, που με τη σειρά του καλείται να εργαστεί με την ίδια πίεση χρόνου. Αν περιμένουμε να ξεπεράσουμε με τέτοιες πονηριές την κρίση, και όχι κάνοντας, πολύ απλά, καλά τη δουλειά μας, λυπάμαι αλλά είμαστε χαμένοι από χέρι
• Βεβαίως και χάρηκα για τη βράβευσή μου. Είναι οπωσδήποτε μια αναγνώριση ότι κάνω καλά τη δουλειά μου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλοι που δεν βραβεύονται δεν την κάνουν εξίσου καλά ή και καλύτερα. Επιπλέον χάρηκα ιδιαιτέρως επειδή βραβεύτηκα για το συγκεκριμένο βιβλίο. Ο μεταφραστής, όπως άλλωστε και ο συγγραφέας, συχνά ταυτίζεται με τον ήρωα του βιβλίου του, οπότε η δουλειά του γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και ίσως πιο επώδυνη αλλά και πιο επικίνδυνη. Ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπερτονίσεις ή να αποχρωματίσεις φράσεις αναλόγως των προσωπικών σου εμπειριών.
• Ο Φίλιπ Ροθ είναι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Μέσα στα βιβλία του δεν βλέπει κανείς μόνον τη σύγχρονη Αμερική ή, για να το εξειδικεύσουμε κάπως, το εβραϊκό στοιχείο της σύγχρονης Αμερικής, αλλά ένα μωσαϊκό χαρακτήρων της καπιταλιστικής κοινωνίας που τώρα πια είναι γνωστό σε όλο τον δυτικό κόσμο. Είναι πηγαίος και ειλικρινής, διεισδυτικός και άμεσος καθώς και άριστος χειριστής του λόγου, χωρίς να το επιδεικνύει. Αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, δείγμα μεγάλου ταλέντου και απόδειξη σκληρής δουλειάς. Είναι άλλωστε γνωστό ότι είναι βαθύς γνώστης της κλασικής λογοτεχνίας.
• Παρότι ο μεταφραστής βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη μοίρα από ό,τι την εποχή που πρωτάρχιζα, οι συνθήκες εργασίας δεν είναι οι καλύτερες. Οι αμοιβές παραμένουν χαμηλές και δεν ανταποκρίνονται στον μόχθο που πρέπει να καταβάλει όταν βρεθεί μπροστά σε μια δυσκολία – και σας βεβαιώνω ότι σε απαιτητικά βιβλία κάτι τέτοιο είναι συχνότατο. Τότε πια ο μεταφραστής δουλεύει για την τιμή των όπλων ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, κατά συνείδηση.
• Αναμφίβολα ο εκδοτικός χώρος υφίσταται τις συνέπειες της κρίσης, όπως και όλη η Ελλάδα. Και εδώ θα φανεί ποιος είναι ο καλός επιχειρηματίας. Οπωσδήποτε δεν θα είναι εκείνος που θα ρίξει την ποιότητα του βιβλίου για να μην σταματήσει να «πνίγει» τον πάγκο με τις δικές του εκδόσεις. Το καλό βιβλίο είναι σήμερα πιο απαραίτητο από κάθε άλλη φορά. Είναι ένα είδος αρκετά φθηνό, είναι και μια διέξοδος στη μαυρίλα που ζούμε. Μεταφράσεις καμωμένες «στο πόδι» για να συμπιεστεί το κόστος, μεταφράσεις που προϋποθέτουν απαραιτήτως την παρέμβαση του επιμελητή για να σουλουπωθεί το κείμενο, είναι δουλειά σκιτζήδικη.
• Ακούω ότι κυκλοφορούν εσχάτως αριστουργήματα της κλασικής λογοτεχνίας τα οποία, ανάλογα με τον όγκο του βιβλίου, ανατίθενται, έναντι μηδαμινής αμοιβής, σε πέντε και έξι νέους και άπειρους μεταφραστές, οι οποίοι καλούνται να παραδώσουν τα προς μετάφραση κεφάλαια σε μια εβδομάδα το πολύ. Το έργο της υφολογικής ενοποίησης αναλαμβάνει κάποιος ταλαίπωρος επιμελητής, που με τη σειρά του καλείται να εργαστεί με την ίδια πίεση χρόνου. Αν περιμένουμε να ξεπεράσουμε με τέτοιες πονηριές την κρίση, και όχι κάνοντας, πολύ απλά, καλά τη δουλειά μας, λυπάμαι αλλά είμαστε χαμένοι από χέρι
Sunday, March 27, 2011
INDEXOnline - Άρθρα
Jan Guillou
- Κείμενο
- Γρηγόρης Ν. Κονδύλης
- Ημερομηνία
- 1/12/2010
ΣΧΕΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ
-
Madame Terror Guillou, Jan
Όταν το ρωσικό υποβρύχιο Κουρσκ χάθηκε στη Θάλασσα του Μπάρεντς, λόγω αμερικανικού λάθους, έγινε σαφές σε όλες τις υπηρεσίες κατασκοπείας του κόσμου ότι η Ρωσία είχε αναπτύξει μια ανώτερη τεχνολογία στον τομέα των υποβρυχίων.Περισσότερα
Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (P.L.O.) καταφέρνει να αποκτήσει πρόσβαση στην προηγμένη τεχνολογία ρωσικών υποβρυχίων η οποία, για πρώτη φορά, δίνει το πάνω χέρι στον αγώνα της, αλλάζοντας για πάντα την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Η αποστολή για την πραγματοποίηση της τρομοκρατικής ενέργειας όλων των εποχών κατά του ισραηλινού στόχου της …
Thursday, March 24, 2011
Υπέροχες μέρες μπροστά μας: Βιογραφία του Ούλοφ Πάλμε & Είναι ο Σουηδός άνθρωπος;
Ήμουν, θυμάμαι, στο δημοτικό σχολείο ακόμη όταν μας είπαν μια μέρα να πάμε στα σπίτια μας. Τα σχολεία έκλεισαν σε όλη την Ελλάδα επειδή είχε δολοφονηθεί ο πρόεδρος Τζ. Φ. Κέννεντυ. Η Ελλάδα ήθελε να τιμήσει έτσι τον μεγάλο αμερικανό πολιτικό.
Το 1986, δολοφονήθηκε ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ούλοφ Πάλμε, “το περιστέρι της Ειρήνης». Δεν θυμάμαι να έγινε κάτι ανάλογο τότε όπως με τη δολοφονία του Κέννεντυ.
Ο Πάλμε, ο άνθρωπος που ώθησε και παγίωσε όσο κανείς άλλος το κοινωνικό κράτος, καθιστώντας μια μικρή γωνιά του παγκόσμιου χάρτη ξακουστή σε όλη την υφήλιο δεν θεωρήθηκε τόσο σημαντικό πρόσωπο όσο ο Κέννεντυ. Βέβαια, οι εξηγήσεις είναι πολλές. Η χώρα μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, σερνόταν πάντα πίσω από τους Αμερικανούς. Η χώρα πρότυπο του κόσμου, η Σουηδία, διατηρεί ακόμη και σήμερα ένα κοινωνικό κράτος, κουτσουρεμένο από τις δεξιές κυβερνήσεις που προσπάθησαν να το ρημάξουν και έσπασαν αρκετές φορές τα μούτρα τους στη λαϊκή αντίδραση, αλλά και από μια Σοσιαλδημοκρατία που δεν έχει πλέον να επιδείξει κανένα φωτισμένο στέλεχος, άντρα ή γυναίκα. Αυτό που λέω είναι πως όπως και να ’χουν τα πράγματα, η απόσταση που έχει διανύσει η χώρα αυτή στο θέμα του κοινωνικού κράτους, ή folkhem, όπως το ονομάζουν, παραμένει η ίδια ακόμη και σήμερα, τη στιγμή που υπάρχει γενικότερα μια έκπτωση αξιών, κυρίως παλαιότερων, μια που νέες δεν γεννιόνται πια.
Όλα αυτά γράφονται για να εντοπίσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίον η Ελλάδα απαξίωνε τότε τη Σουηδία (που για τους περισσότερους εξ ημών ήταν η χώρα του ελεύθερου σεξ, τρομάρα μας) δεν έχει αλλάξει ούτε σήμερα πολύ. Κι αν λέγονται και γράφονται ένα σωρό πράγματα για τη Σουηδία, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς πώς συντελέστηκε αυτό το κοινωνικό πολιτικό θαύμα στη Σουηδία, γιατί συντελέστηκε, τι ρόλο έπαιξε ο λαός, ο πολιτισμός, η πολιτική και γενικότερα αυτό το concept που ονομάζεται ακόμη και σήμερα Σουηδία. Και αυτό το λέω διότι πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση της βιογραφίας του Πάλμε, δοσμένης με επιστημονική ακρίβεια και σοβαρότητα από τον Χένρικ Μπέργγκρεν με τον τίτλο Υπέροχες μέρες μπροστά μας: μια βιογραφία για τον Ούλοφ Πάλμε. Ένα τεράστιο έργο 714 σελίδων. Γι’ αυτή τη δουλειά θα μιλήσω σε επόμενη ανάρτηση. Να σημειώσω πάντως ότι ο Μπέργγκρεν πήρε πρόσφατα το βραβείο Άξελ Χιρς της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του αυτό.
Ο Μπέργγκρεν ωστόσο, μαζί με τον Λαρς Τρέγκορντ, συνέγραψαν το υπέροχο βιβλίο Είναι ο Σουηδός άνθρωπος; Κοινότητα και ανεξαρτησία στη σύγχρονη Σουηδία (ειρήσθω εν παρόδω ότι το βιβλίο αυτό (456 σελίδες) έχει μεταφραστεί από τον γράφοντα στα ελληνικά και ακόμη δεν έχει δεήσει κανένας εκδοτικός οίκος να το εκδώσει), όπου περιγράφεται με ιστορική ακρίβεια και πολιτική διαύγεια γιατί η Σουηδία έγινε η χώρα που έγινε.
Και τα δύο αυτά έργα δεν μπόρεσαν να βρουν τον δρόμο τους για τη βιβλιοθήκη του έλληνα αναγνώστη, διότι η πολιτική των εκδοτών είναι σήμερα, δήθεν με την κρίση ως πρόσχημα, να εκδίδουν κακομεταφρασμένα μυθιστορήματα, αστυνομικά, αισθηματικά και λοιπά, κυρίως από τα αγγλικά (ακόμη και μη αγγλικά έργα μεταφράζονται από την αγγλική μετάφραση και όχι από τη γλώσσα του πρωτοτύπου), τα οποία έπρεπε να πωλούνται σε τιμές ΒΙΠΕΡ, ενώ πωλούνται σε τιμές που ξεπερνούν τα 17 και 20 ευρώ.
Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η βιογραφία του Πάλμε στα σουηδικά (714 σελίδες, επαναλαμβάνω) πωλείται 16-17 ευρώ, δεμένη, χοντρό εξώφυλλο. Το Είναι ο Σουηδός άνθρωπος πουλιέται 4,1 ευρώ πόκετ και δεμένο 14-15 ευρώ.
Αυτά τα ολίγα για την τύχη ορισμένων βιβλίων στον ελληνικό εκδοτικό ορίζοντα.Friday, December 03, 2010
ΠΑΛΙΑ ΞΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ή Λίγη παλιατσαρία ποτέ δεν βλάφτει!!!
Ανάρτησα μερικά παλιά άρθρα που ειχα δημοσιεύσει σε εφημερίδες της επαρχίας. Μπορεί να μην είναι εντελώς επίκαιρα, αλλά οπωσδήποτε έχουν κάποια αξία -για μένα, τουλάχιστον- και καλά είναι να βρίσκονται σε έναν τόπο.
Εξ όνυχος τον λέοντα… Ή λόγος υπέρ Υπερβορείων
Απρόθυμα, τρόπον τινά, ξεκινάω να γράψω κάποια πράγματα σήμερα. Κι αυτό γιατί πρέπει να σταθώ επικριτικά σε κάποιες θέσεις και απόψεις που διαστρεβλώνονται για προσωπικά ίσως οφέλη, για λόγους αυτοπροβολής και κυριότερα μέσα από μια αδέξια συγκεκαλυμμένη έπαρση που ταλανίζει όσους πέρασαν τα Άβδηρα που λέγονται ΜΜΕ και ήγειραν μνημεία ματαιοδοξίας – πάντα χωρίς να γενικεύουμε. Κι αυτό από άνθρωπο που θα έπρεπε, αν μη τι άλλο, να έχει σφαιρικότερη άποψη για όσα έχει ζήσει και έχει βιώσει. Αλλά δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα.
Τη βδομάδα που πέρασε διάβασα στις δυο μεγαλύτερες αθηναϊκές εφημερίδες, ΤΑ ΝΕΑ και την Ελευθεροτυπία, για ένα βιβλίο που έγραψε η κυρία Αλεξάνδρα Πασχαλίδου. Οι παρουσιάσεις ξεκινούσαν με τα εξής λόγια: «κόρη ελλήνων μεταναστών και διάσημη δημοσιογράφος στη Σουηδία» (ΤΑ ΝΕΑ) και «Είναι ένα λαϊκό, έξυπνο, πρόσχαρο, αυθόρμητο και χαριτωμένο κορίτσι που έχει μιλήσει στον ενικό στον πρωθυπουργό της Σουηδίας και έχει ψηφιστεί ως μια από τις δέκα ομορφότερες γυναίκες της Σουηδίας. Η Αλεξάνδρα Πασχαλίδου μεγάλωσε, όμως, σε ένα γκέτο μεταναστών της Στοκχόλμης και έκανε σκληρό αγώνα για να ξεφύγει από τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση, στην οποία την καταδίκαζε η ελληνική καταγωγή της και η ανημπόρια των γονιών της, που είχαν και οι δύο ταπεινές δουλειές» (Ελευθεροτυπία).
Ας βάλουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά ξεκινώντας, ως είθισται, από την αρχή. Ο υπογράφων έχει προσωπική άποψη για τη Σουηδία στην οποία έζησε, ζει και εργάζεται η συγγραφέας. Αυτό σημαίνει ότι διαβάζοντας τα άρθρα των εφημερίδων (το βιβλίο δεν το διάβασα, αλλά αρκούν τα άρθρα για να σχηματίσει κανείς άποψη — κι αν η άποψη αυτή δεν ανήκει στην κυρία Πασχαλίδου, ε, τότε δεν τα λέω για την κα Πασχαλίδου), τα έχασα. Σκέφτηκα, ταυτόχρονα, ότι πολλά γράφονται και λέγονται που περνούν ανεξέλεγκτα κι αν κανείς δεν γνωρίζει τι μπορεί να κρύβεται από πίσω, η παραπλάνηση καθίσταται εύκολη. Και εξηγώ:
Τα επίθετα «λαϊκό, έξυπνο, πρόσχαρο, αυθόρμητο και χαριτωμένο» από πού πηγάζουν; Πιθανώς από τη συντάκτρια του άρθρου. Αλλά πόσο έγκυρη είναι αυτή η γνώμη; Και τι σημαίνει άραγε εκείνο το “λαϊκός”; Μη κληρικός, κοινός, μη εκλεκτικός; Και σε αντιδιαστολή με τι; Ποια η διαφορά ανάμεσα σε ένα κορίτσι λαϊκό και σε ένα κορίτσι μη λαϊκό; Προς Θεού, δεν κάνουμε ταξινόμηση ασμάτων!
«Έχει μιλήσει στον ενικό στον πρωθυπουργό της Σουηδίας»… Σοβαρό επίτευγμα! Και το λέω ειρωνικά διότι όποιος γνωρίζει τη Σουηδία και τους Σουηδούς, γνωρίζει επίσης ότι οι Σουηδοί δεν χρησιμοποιούν πληθυντικό, παρόλο που υπάρχει προσφώνηση στον πληθυντικό. Κάποτε μιλούσαν στον πληθυντικό σε ηλικιωμένους ανθρώπους που δεν τους γνώριζαν καλά αλλά εξέλειψε κι αυτό στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Οι συζητήσεις που γίνονται στην τηλεόραση –και μιλάμε για τις σοβαρές συζητήσεις– γίνονται πάντα στον ενικό. Άντε να χρησιμοποιήσουν τρίτο ενικό (“θα ήθελε ο κ. Τάδε να μας εξηγήσει…»). Όσον αφορά το «μεγάλωσε σε γκέτο μεταναστών» τι να πω; Την εποχή που μεγάλωνε η ΑΠ στο “γκέτο” Ρίνκεμπυ, ζούσαν εκεί και Σουηδοί, κάτι που παραδέχεται και η ίδια. Μπορεί να υπήρξε “γκετοποίηση” εκ των υστέρων, όταν εξέλειπαν οι αυτόχθονες από την εν λόγω περιοχή, αλλά το γκέτο είναι ένωση πολλών συνιστωσών.
Η ΑΠ «έχει ψηφιστεί ως μία από τις 10 ομορφότερες γυναίκες της Σουηδίας». Αυτό επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Αν σκεφτεί κανείς ότι η ΑΠ –όπως δηλώνει η ίδια– υπήρξε θύμα ρατσιστικών εκδηλώσεων. Από τη μια γίνεται ξεχωριστό άτομο ως μία από τις 10 ομορφότερες και από την άλλη ξεχωριστό άτομο ως “μαυροκέφαλη” και“τσικνοελληνίδα” (αυτό το τελευταίο μού είναι κάπως άγνωστο ως χαρακτηρισμός, θα εμφανίστηκε μετά το 1995, μάλλον) και θύμα ρατσιστών. Στην πρώτη περίπτωση αισθάνεται –υποθέτω– περήφανη, ενώ στη δεύτερη “οργισμένη” και “θύμα”. Αναρωτιέμαι εάν ένας νουνεχής θα μπορούσε να θεωρήσει τις αμερικανίδες beauty queens (βασίλισσες ομορφιάς) θύματα. Προσωπικά, θα το έκανα με ευκολία.
…έκανε σκληρό αγώνα για να ξεφύγει από τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση, στην οποία την καταδίκαζε η ελληνική καταγωγή της και η ανημπόρια (sic) των γονιών της, που είχαν και οι δύο ταπεινές δουλειές.
Εδώ χρειάζεται προσοχή: “φτώχεια και περιθωριοποίηση”. Το να ζει κανείς φτωχικά στη Σουηδία του 1970 αποτελούσε ίσως κοινό τόπο για τους μετανάστες, επειδή ήθελαν να στείλουν ορισμένα χρήματα στην Ελλάδα, να φτιάξουν ένα σπίτι στην πατρίδα ή απλώς να αποταμιεύσουν. Η ταπεινή δουλειά είναι η λεγόμενη “στέντα”, δηλαδή καθαρισμός κτηρίων. Δεν υπήρχε τίποτα ταπεινό σ’ αυτό. Πολλοί Σουηδοί δούλευαν τότε σε αυτές τις δουλειές, όπως και πολλοί φοιτητές που ήθελαν έξτρα εισόδημα. Ήσαν συνήθως δουλειές των 2 ή 3 ωρών και πολλοί Έλληνες είχαν περισσότερες της μιας “στέντας”. Οι Σουηδοί, επειδή ζούσαν σε ένα κράτος πρόνοιας δεν αποταμίευαν όπως οι Έλληνες που προέρχονταν από μια χώρα που μόνο πρόνοια δεν διέθετε.
Τώρα, πώς την “καταδίκαζε” η ελληνική καταγωγή της και πώς η “ανημπόρια” των γονιών της, μόνο η ΑΠ το ξέρει –ή η δημοσιογράφος αν αυτό είναι δική της εκτίμηση– υποθέτω. Επειδή είναι γνωστό, και όποιος το αρνηθεί ψεύδεται σκόπιμα, ότι οι Έλληνες έχαιραν εκτίμησης στη Σουηδία σε σχέση με άλλους. Εξάλλου, για να δεχτεί κανείς ότι τον βαραίνει η καταγωγή του ή ανεγκέφαλος πρέπει να είναι ή σε ανεγκέφαλους να απευθύνεται. Όσο για την ανημπόρια ή ανημποριά ή φτώχεια, τα είπαμε ήδη. Τις επιλογές τους έκαναν οι άνθρωποι… Και εξάλλου η Σουηδία τη δεκαετία του 70 δεν είχε τη γκλαμουριά (για να χρησιμοποιήσω μια λόγια λέξη) του σήμερα.
Στη Σουηδία είναι ντροπή, δεν κάνει να μιλάς για τον εαυτό σου. Κι αυτό ήταν το μεγάλο δίλημμα που είχα όταν μου πρότειναν να γράψω αυτό το βιβλίο. Είναι, όμως, αυτοβιογραφικό και θα ήταν δύσκολο να μη μιλάω συνέχεια για τον εαυτό μου. Προσπάθησα, πάντως, να μη φαίνεται ότι είμαι κάτι το ιδιαίτερο, να μη διαφοροποιηθώ από τα αδέλφια μου που ζουν στην αφάνεια.
Αρχίζοντας να διαβάζω αυτές τις γραμμές ένιωσα εκείνη τη φοβερή πίεση που ασκεί το “πρέπει” πάνω στο “είναι”. Τη μεγαλύτερη τραγωδία του ανθρώπου: από τη μια έχεις την ηθική υποχρέωση να υπηρετείς την αλήθεια, κι από την άλλη, δίπλα-δίπλα, την ηθική υποχρέωση να πολεμάς την έπαρση και τη μισαλλοδοξία σου και, καταπόδας, ν’ ακολουθεί η άλλη ηθική υποχρέωση να μην κάνεις τη ζωή σου ευκολότερη, παρακάμπτοντας τα ηθικά διλήμματα. Αλλά πάλι εκείνο «τα αδέλφια μου που ζουν στην αφάνεια» έπνιξε ένα “εύγε” που πήγε να βγει από το στόμα μου. Τι εννοεί άραγε η ΑΠ με “αφάνεια”; Προς τι η αντιδιαστολή με τα αδέλφια της; Και τελικά γιατί είναι μεμπτό να μην είσαι διάσημος; Να είδε άραγε η ΑΠ το έργο του Γούντυ Άλλεν “Απιστίες και αμαρτίες” όπου στο τέλος ο Κλιφ Στερν (Άλλεν) λέει στον Τζούντα (Μάρτιν Λαντάου) ότι υπέροχη είναι και η ζωή στη διάρκεια της οποίας δεν κάναμε και πολλά πράγματα; Αλλά αυτό χρειάζεται κότσια για να το δεχτείς. Όπως και το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να δώσεις σαν άνθρωπος κάτι περισσότερο, αλλά κάτι διαφορετικότερο. Και επειδή η ζωή κάθε ανθρώπου είναι διαφορετική, τέτοια γίνεται και η προσφορά του. Η φήμη δεν είναι πανάκεια. Κι ακόμη λιγότερο πανάκεια είναι αυτό που στους καιρούς μας τη συνοδεύει: το χρήμα. Άρα η αφάνεια είναι σχετική. Και μιλώντας με θράσος γι’ αυτήν αποδεικνύεις συχνά το μέτρο της άγνοιάς σου.
Λέει η αρθρογράφος των Νέων: «H Αλεξάνδρα έχει κάθε λόγο να είναι περήφανη. Έγινε η εξαίρεση του κανόνα». Κι εγώ συμπληρώνω: όπως και ο Καλλιφατίδης, όπως οι επιχειρηματίες Έλληνες στη Σουηδία με προεξάρχοντα τον πρώην ιδιοκτήτη μεγάλου γραφείου ταξιδιών που ανακηρύχτηκε επιχειρηματίας της χρονιάς το 1998, όπως ο βουλευτής του Αριστερού Κόμματος Σουηδίας, όπως το πλήθος των πανεπιστημιακών και δασκάλων που διέπρεψαν και διαπρέπουν στη Σουηδία. Ποιος είναι η εξαίρεση του κανόνα. Και τίνος κανόνα; Αυτά συμβαίνουν καθημερινά. (Μόνο που, νά, έρχεται κάποιο βιβλίο, ή κάποιο άρθρο για ένα βιβλίο, και τονίζει τόσο πολύ την καθημερινότητα που νομίζουμε ότι όντως πρόκειται για κάτι ξεχωριστό.) Η κ. ΑΠ έκανε ό,τι κάνει ο κόσμος σε όλο τον πλανήτη. Άλλοι γίνονται (ή και τους κάνουν) επιστήμονες, άλλοι συγγραφείς, άλλοι εργάτες, άλλοι αφεντικά, άλλοι εγκληματίες κ.λπ.
Και φτάνουμε στις «απειλές από ένοπλους νεοναζί που την έκαναν να χάσει τη δουλειά της και μετέτρεψαν τη ζωή της σε κόλαση». Δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό. Διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά για να τους μπει στο μάτι: ξένη, όμορφη, διάσημη, ζούσε σε χλιδάτο περιβάλλον, όπως παραδέχεται. Ε, ξεκίνησαν λοιπόν και οι οπαδοί της φυλετικής καθαρότητας και άρχισαν να την κυνηγούν.
Δεν προσπαθώ να γελοιοποιήσω την κατάσταση. Ένιωσα κι εγώ όταν πρωτοπήγα στη Σουηδία τον ρατσισμό στο πετσί μου. Απλώς, τον αντιμετώπισα διαφορετικά. Σήμερα, όπου η χώρα αυτή βρίθει από φυλές και εθνότητες, δεν θα χρειαζόταν η δική μου αντιμετώπιση. Εξάλλου –κι αυτό ισχύει για τη Σουηδία– όσο αυξανόταν (μάλλον, δεν αυξανόταν, πιο εξωστρεφές γινόταν) αυτό το βδέλυγμα του ρατσισμού και του νεοναζισμού (το ίδιο πράγμα είναι, απλώς ο ρατσιστής όταν ντύνεται “μπούλα” γίνεται νεοναζιστής: πώς ντυνόμασταν μικροί καουμπόηδες και νομίζαμε για λίγο ότι ήμασταν και τέτοιοι;) τόσο, και περισσότερο, αυξανόταν το αντιρατσιστικό κίνημα και μάλιστα το ενεργό (εννοώ ότι έπεφτε και ξύλο). Έτσι, για να αποδίδονται τα του Καίσαρα στον Καίσαρα…
Σε τούτο τον πλανήτη οι άνθρωποι κινούνται και εθελοντικά και αναγκαστικά από τη μια χώρα στην άλλη. Όσο για τον ρατσισμό: και ρατσισμός υπάρχει και κρυπτορατσισμός. Άκουγα πολλές φορές στη Σουηδία ότι οι Έλληνες, οι Φινλανδοί, οι Ιταλοί, οι Πέρσες, οι Τούρκοι και άλλοι πολλοί (από φτωχότερες χώρες) ήσαν μετανάστες. Ρώτησα κάποιον γνωστό μου Σουηδό (κρυπτορατσιστή) γιατί δεν θεωρεί μετανάστη και τον Εγγλέζο, μια που υπάρχουν πολλοί τέτοιοι εκεί που εργάζονται, και με κοιτούσε σαν χάνος. Δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι ο Εγγλέζος ή ο Αμερικανός λιποτάκτης του Βιετνάμ θα μπορούσε να ήταν μετανάστης. Θέλω να πω ότι πολλές φορές αφήνουμε τον ρατσιστή να εκμεταλλευτεί το γεγονός της αδαημοσύνης του και να λέει αυτά που λέει. Εκείνος που παραδέχεται το μέγεθος της άγνοιάς του είναι απλώς ξενόφοβος, εκείνος που δεν το παραδέχεται είναι φασιστοειδές και από αυτά τα όντα έχουμε κι εμείς. Εκείνοι οι αλήτες με το αρχαιοελληνικά ψευδώνυμα και τις Χρυσές Αυγές που το σκάνε στην Αμερική και τάχα οι από εδώ δυσκολεύονται να τους συλλάβουν, οι Καλαμπόκες, οι Κένταυροι από τη μια και τα θύματα από την άλλη, ο νεολαίος του ΝΑΡ έξω από τα δικαστήρια και ο Τεμπονέρας και ο Αλβανός της διπλανής πόρτας (γκέτο είναι άραγε και τα Εξάρχεια, και η Κυψέλη;), ο αλβανός οικογενειάρχης που δουλεύει από νύχτα σε νύχτα με τα χρήματα που προσφέρουν οι εδώ “μη ρατσιστές”. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν στην Ελλάδα δεν δικαιολογεί την ύπαρξή τους και τα έργα τους ούτε στην Ελλάδα ούτε σε καμιά χώρα του κόσμου. Είναι ένα καρκίνωμα που ξεκίνησε από καταβολής κοινωνιών και στο διάβα το χρόνου φόρεσε και τον μανδύα της “ιδεολογίας”.
Πόσοι είναι όμως ρατσιστές; Είναι ρατσιστικές οι κοινωνίες μας, γενικώς; Μάλλον θα διέπραττε κανείς λογικό σφάλμα, επιχειρώντας το λογικό άλμα της γενίκευσης. Και ο ίμερος της γενίκευσης μοιάζει να έχει ριζωθεί για τα καλά στη σκέψη μας. Ογκόλιθος κι αυτός, σαν εκείνους προηγούμενου άρθρου. Μια επικίνδυνη ηχώ κάποιου παρελθόντος απειλεί ακόμη τη ζωή μας! Λογική και Τρέλα αλλάζουν απλώς καρέκλες, αντικαθιστούν η μια την άλλη… (Αλλά αν ήταν να αναπτύξουμε κι αυτόν το συλλογισμό δεν θα μας έφτανε η εφημερίδα. Θα αφήσω όμως να κρέμεται ίδια Δαμόκλειος σπάθη ένα “επιφυλάσσομαι”…)
Δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια των σκέψεων της κυρίας ΑΠ. Τις ίδιες τις σκέψεις θέτω υπό το πρίσμα της αμφισβήτησης. Παράδεισος η Σουηδία δεν είναι, μια που παράδεισοι δεν υπάρχουν έξω από το στέρνο μας. Κι αν θέλουμε να πιστέψουμε ότι ήταν κάποτε παράδεισος πρόνοιας αυτό οφειλόταν στην πολιτική που ασκήθηκε, στους σουηδούς πολίτες και στους μετανάστες. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στον τρόπο με τον οποίον ασκούμε κριτική, γιατί αυτός που επικρίνει θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ακριβοδίκαιος.
Και για να διαψεύσουμε τον τίτλο μας κρατήστε βαθιά μέσα σας ότι πολλές φορές πίσω από το λιονταρίσιο νύχι δεν υπάρχει λέων.
Subscribe to:
Posts (Atom)




