Wednesday, June 01, 2011

Μπράβο, Νανά. Ιδού μια φωνή που ξέρει τι λέει!


Αθηνά Δημητριάδου: Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης 2011
Με τη μετάφραση ασχολείται από το 1980. Έχει μεταφράσει Κουτσύ, Μπέκετ, Μέλβιλ, Ροθ, Απντάικ, Μόρισον, Ντανιελέφσκι, και τη βιογραφία του Τζέημς Τζόυς από τον Ρ. Έλμαν. Το 2007 βραβεύτηκε από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας για τη μετάφραση του έργου του Τζ. Μ. Κουτσύ, «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ.» και φέτος με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ «Αγανάκτηση». Στην κουβέντα μας μιλά για τη βράβευσή της και την αξία ενός βραβείου, τις «πονηριές» ορισμένων εκδοτικών οίκων μέσα στην κρίση, ενώ τοποθετείται στη διαμάχη για το «αν ο Φιλιπ Ροθ είναι σπουδαίος συγγραφέας» που έχει ξεσπάσει πρόσφατα στους παγκόσμιους λογοτεχνικούς κύκλους.
• Είχα την τύχη να μεταφράσω σπουδαίους συγγραφείς (Απντάικ, Μόρισον, Κουτσύ, Μέλβιλ, Ροθ) και να θητεύσω στη γραφή τους. Γιατί η μετάφραση εκτός από δημιουργία – δεδομένου ότι δημιουργείς στη γλώσσα σου ένα κείμενο από άλλη γλώσσα – είναι και θητεία, αφού υπηρετείς τον συγγραφέα και το έργο του. Μεταφράζοντας δεν μεταφέρεις απλώς λέξεις και φράσεις από τη μια γλώσσα στην άλλη, αλλά και ύφος και πολιτιστικά στοιχεία. Μεταφράζοντας πλουτίζεις με νέα περιεχόμενα και μορφές την ελληνική γλώσσα.

• Βεβαίως και χάρηκα για τη βράβευσή μου. Είναι οπωσδήποτε μια αναγνώριση ότι κάνω καλά τη δουλειά μου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλοι που δεν βραβεύονται δεν την κάνουν εξίσου καλά ή και καλύτερα. Επιπλέον χάρηκα ιδιαιτέρως επειδή βραβεύτηκα για το συγκεκριμένο βιβλίο. Ο μεταφραστής, όπως άλλωστε και ο συγγραφέας, συχνά ταυτίζεται με τον ήρωα του βιβλίου του, οπότε η δουλειά του γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και ίσως πιο επώδυνη αλλά και πιο επικίνδυνη. Ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπερτονίσεις ή να αποχρωματίσεις φράσεις αναλόγως των προσωπικών σου εμπειριών.

• Ο Φίλιπ Ροθ είναι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Μέσα στα βιβλία του δεν βλέπει κανείς μόνον τη σύγχρονη Αμερική ή, για να το εξειδικεύσουμε κάπως, το εβραϊκό στοιχείο της σύγχρονης Αμερικής, αλλά ένα μωσαϊκό χαρακτήρων της καπιταλιστικής κοινωνίας που τώρα πια είναι γνωστό σε όλο τον δυτικό κόσμο. Είναι πηγαίος και ειλικρινής, διεισδυτικός και άμεσος καθώς και άριστος χειριστής του λόγου, χωρίς να το επιδεικνύει. Αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, δείγμα μεγάλου ταλέντου και απόδειξη σκληρής δουλειάς. Είναι άλλωστε γνωστό ότι είναι βαθύς γνώστης της κλασικής λογοτεχνίας. 

• Παρότι ο μεταφραστής βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη μοίρα από ό,τι την εποχή που πρωτάρχιζα, οι συνθήκες εργασίας δεν είναι οι καλύτερες. Οι αμοιβές παραμένουν χαμηλές και δεν ανταποκρίνονται στον μόχθο που πρέπει να καταβάλει όταν βρεθεί μπροστά σε μια δυσκολία – και σας βεβαιώνω ότι σε απαιτητικά βιβλία κάτι τέτοιο είναι συχνότατο. Τότε πια ο μεταφραστής δουλεύει για την τιμή των όπλων ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, κατά συνείδηση.

• Αναμφίβολα ο εκδοτικός χώρος υφίσταται τις συνέπειες της κρίσης, όπως και όλη η Ελλάδα. Και εδώ θα φανεί ποιος είναι ο καλός επιχειρηματίας. Οπωσδήποτε δεν θα είναι εκείνος που θα ρίξει την ποιότητα του βιβλίου για να μην σταματήσει να «πνίγει» τον πάγκο με τις δικές του εκδόσεις. Το καλό βιβλίο είναι σήμερα πιο απαραίτητο από κάθε άλλη φορά. Είναι ένα είδος αρκετά φθηνό, είναι και μια διέξοδος στη μαυρίλα που ζούμε. Μεταφράσεις καμωμένες «στο πόδι» για να συμπιεστεί το κόστος, μεταφράσεις που προϋποθέτουν απαραιτήτως την παρέμβαση του επιμελητή για να σουλουπωθεί το κείμενο, είναι δουλειά σκιτζήδικη.

• Ακούω ότι κυκλοφορούν εσχάτως αριστουργήματα της κλασικής λογοτεχνίας τα οποία, ανάλογα με τον όγκο του βιβλίου, ανατίθενται, έναντι μηδαμινής αμοιβής, σε πέντε και έξι νέους και άπειρους μεταφραστές, οι οποίοι καλούνται να παραδώσουν τα προς μετάφραση κεφάλαια σε μια εβδομάδα το πολύ. Το έργο της υφολογικής ενοποίησης αναλαμβάνει κάποιος ταλαίπωρος επιμελητής, που με τη σειρά του καλείται να εργαστεί με την ίδια πίεση χρόνου. Αν περιμένουμε να ξεπεράσουμε με τέτοιες πονηριές την κρίση, και όχι κάνοντας, πολύ απλά, καλά τη δουλειά μας, λυπάμαι αλλά είμαστε χαμένοι από χέρι

Sunday, March 27, 2011

INDEXOnline - Άρθρα

Jan Guillou


Κείμενο
Γρηγόρης Ν. Κονδύλης
Ημερομηνία
1/12/2010
Ο συγγραφέας Γιαν Γκιγιού (πλήρες όνομα Γιαν Όσκαρ Σβέρε Λυσιέν Ανρί Γκιγιού - Jan Oscar Sverre Lucien Henri Guillou) γεννήθηκε στην πόλη Σεντερτέλγιε το 1944. Μεγάλωσε σε μια εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν Γάλλος διπλωμάτης, στη γαλλική πρεσβεία της Στοκχόλμης. Όταν ο Γιαν ήταν περίπου δύο ετών, μετακόμισαν στο Λονδίνο. Εκεί οι γονείς του χώρισαν και η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε.
Στα γυμνασιακά του χρόνια, έδειρε και έδιωξε από το σπίτι τον δεσποτικό πατριό του, ο οποίος τυραννούσε την οικογένεια επί χρόνια και επέβαλλε συστηματικά σαδιστικές σωματικές τιμωρίες στον θετό του γιο. Η βία στο σπίτι μετέτρεψε τον νεαρό Γκιγιού σε μαθητή που ήταν σχεδόν πάντα έτοιμος για καβγάδες. Αυτό τον οδήγησε στην αποβολή του από το σχολείο. Πήγε «εσωτερικός» σε ένα άλλο σχολείο, όπου κατά ειρωνεία της τύχης, επικρατούσε μονίμως η βία. Με την άδεια των διευθυντών του σχολείου, οι παλιότεροι μαθητές «διαπαιδαγωγούσαν» τους νεότερους. Αυτός ο «νόμιμος» εκφοβισμός δημιούργησε ένα δίχτυ βίας από το οποίο κανένας μαθητής δεν μπορούσε να ξεφύγει - αποδέσμευε, όμως τους δασκάλους από την υποχρέωση να ασχολούνται με θέματα πειθαρχίας. Αργότερα, ο Γκιγιού θα απεικονίσει τη βίαιη πραγματικότητα στο σχολείο στο συγκλονιστικό, θλιβερό αλλά γεμάτο ένταση αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Το ξέσπασμα της βίας, το οποίο έχει πουλήσει πάνω από 500.000 αντίτυπα και πρόσφατα γυρίστηκε ταινία. Η ταινία ήταν υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας το 2003. Παίχτηκε και στο θέατρο, με τεράστια επιτυχία, για αρκετές σεζόν. Χάρη στη συζήτηση που έγινε και στα άρθρα που έγραψε ο Γκιγιού για το σχολείο αυτό, το «κολαστήριο» έκλεισε. Αργότερα ο Γκιγιού θα πει: «Το έγραψα για καθαρά θεραπευτικούς λόγους, αν και σε ορισμένα σημεία το παρατράβηξα».

Δημοσιογράφος και συγγραφέας

Πιάνει δουλειά ως ρεπόρτερ στο περιοδικό «FiB-aktuellt» (1966-1967) και εν συνεχεία στο «Folket i Bild/Kulturfront» (1970-1975). Κάνει το συγγραφικό του ντεμπούτο με το μυθιστόρημα Αν ξεσπάσει ο πόλεμος (Om kriget kommer) το 1971.
Το 1973, το τεύχος 9 του περιοδικού «Folket i Bild/Kulturfront» σκάει σαν βόμβα στα σημεία πώλησης. Στο άρθρο που είχε γράψει ο Γκιγιού σε συνεργασία με τον συνάδελφό του Πέτερ Μπράτ αποκαλυπτόταν ότι στην ουδέτερη Σουηδία υπήρχε ιδιαίτερα μεγάλη κατασκοπική δραστηριότητα, που δεν είχε στόχο μόνο άλλες χώρες, αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους της χώρας για τα πολιτικά τους πιστεύω. Και δεν ήταν μόνο αυτό: Η αρμόδια υπηρεσία (IB - ήτοι Υπηρεσία Πληροφοριών) δεν βρισκόταν υπό κοινοβουλευτικό έλεγχο και λειτουργούσε ως εκ τούτου σαν κράτος εν κράτει. Ο Γιαν Γκιγιού θεωρείται απειλή για την εθνική ασφάλεια και καταδικάζεται σε φυλάκιση για τις δραστηριότητες της CIA στη Σουηδία, αναγκάζει δύο Αμερικανούς διπλωμάτες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Το 1981 κάνει το ντεμπούτο του ως επικεφαλής τηλεοπτικού προγράμματος στο Magasinet. To  1984, κερδίζει την περίφημη υπόθεση Κιθ Σέντερχολμ, ξεσκεπάζοντας ένα απίστευτων διαστάσεων δικαστικό σκάνδαλο που έγινε εις βάρος ενός υπόπτου για φόνο που βρισκόταν στη φυλακή και οδήγησε στην απαλλαγή του.
Ακολουθεί μια σειρά 10 κατασκοπικών, πολιτικών θρίλερ με ήρωα τον Καρλ Χάμιλτον.
Αυτός ο επινοημένος ήρωας του Γκιγιού γίνεται -δίχως υπερβολές- ο εθνικός ήρωας των Σουηδών. Η Σουηδία αποκτά τον δικό της Τζέιμς Μποντ. Μόνο που τούτος είναι πολύ προοδευτικότερος, βασανίζεται συχνά από τύψεις για πράγματα που είναι αναγκασμένος να κάνει, είναι πιο ανθρώπινος αλλά συνάμα και πολύ πατριώτης. Δεν είναι κανένας γόης. Είναι ένας άνθρωπος που διψάει για αγάπη, που αγαπάει παράφορα όταν το κάνει, και προστατεύει την οικογένειά του με κάθε δυνατό μέσο. Είναι ανυπέρβλητος στο να αντιμετωπίζει αντιπάλους, στο να διακρίνει την υποκρισία των πολιτικών, ντόπιων και ξένων, στο να είναι διπλωμάτης, στο να φιλοσοφεί με έναν πολύ προσγειωμένο τρόπο, στο να απολαμβάνει το καλό φαγητό και το καλό κρασί, στο να εκτελεί το καθήκον του με τον πιο άψογο τρόπο.
Το Madame Terror είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο με ήρωα τον Καρλ Χάμιλτον και αποτελεί μια ανεξάρτητη συνέχεια της σειράς, ενώ έχει ξεπεράσει όλα τα ρεκόρ πωλήσεων στις σκανδιναβικές χώρες.

​

ΣΧΕΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

  1. Εξώφυλλο Madame TerrorMadame Terror Guillou, Jan
    Όταν το ρωσικό υποβρύχιο Κουρσκ χάθηκε στη Θάλασσα του Μπάρεντς, λόγω αμερικανικού λάθους, έγινε σαφές σε όλες τις υπηρεσίες κατασκοπείας του κόσμου ότι η Ρωσία είχε αναπτύξει μια ανώτερη τεχνολογία στον τομέα των υποβρυχίων.
    Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (P.L.O.) καταφέρνει να αποκτήσει πρόσβαση στην προηγμένη τεχνολογία ρωσικών υποβρυχίων η οποία, για πρώτη φορά, δίνει το πάνω χέρι στον αγώνα της, αλλάζοντας για πάντα την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Η αποστολή για την πραγματοποίηση της τρομοκρατικής ενέργειας όλων των εποχών κατά του ισραηλινού στόχου της …
    Περισσότερα

Thursday, March 24, 2011

Υπέροχες μέρες μπροστά μας: Βιογραφία του Ούλοφ Πάλμε & Είναι ο Σουηδός άνθρωπος;


Ήμουν, θυμάμαι, στο δημοτικό σχολείο ακόμη όταν μας είπαν μια μέρα να πάμε στα σπίτια μας. Τα σχολεία έκλεισαν σε όλη την Ελλάδα επειδή είχε δολοφονηθεί ο πρόεδρος Τζ. Φ. Κέννεντυ. Η Ελλάδα ήθελε να τιμήσει έτσι τον μεγάλο αμερικανό πολιτικό.
Το 1986, δολοφονήθηκε ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ούλοφ Πάλμε, “το περιστέρι της Ειρήνης». Δεν θυμάμαι να έγινε κάτι ανάλογο τότε όπως με τη δολοφονία του Κέννεντυ.
Ο Πάλμε, ο άνθρωπος που ώθησε και παγίωσε όσο κανείς άλλος το κοινωνικό κράτος, καθιστώντας μια μικρή γωνιά του παγκόσμιου χάρτη ξακουστή σε όλη την υφήλιο δεν θεωρήθηκε τόσο σημαντικό πρόσωπο όσο ο Κέννεντυ. Βέβαια, οι εξηγήσεις είναι πολλές. Η χώρα μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, σερνόταν πάντα πίσω από τους Αμερικανούς. Η χώρα πρότυπο του κόσμου, η Σουηδία, διατηρεί ακόμη και σήμερα ένα κοινωνικό κράτος, κουτσουρεμένο από τις δεξιές κυβερνήσεις που προσπάθησαν να το ρημάξουν και έσπασαν αρκετές φορές τα μούτρα τους στη λαϊκή αντίδραση, αλλά και από μια Σοσιαλδημοκρατία που δεν έχει πλέον να επιδείξει κανένα φωτισμένο στέλεχος, άντρα ή γυναίκα. Αυτό που λέω είναι πως όπως και να ’χουν τα πράγματα, η απόσταση που έχει διανύσει η χώρα αυτή στο θέμα του κοινωνικού κράτους, ή folkhem, όπως το ονομάζουν, παραμένει η ίδια ακόμη και σήμερα, τη στιγμή που υπάρχει γενικότερα μια έκπτωση αξιών, κυρίως παλαιότερων, μια που νέες δεν γεννιόνται πια.
Όλα αυτά γράφονται για να εντοπίσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίον η Ελλάδα απαξίωνε τότε τη Σουηδία (που για τους περισσότερους εξ ημών ήταν η χώρα του ελεύθερου σεξ, τρομάρα μας) δεν έχει αλλάξει ούτε σήμερα πολύ. Κι αν λέγονται και γράφονται ένα σωρό πράγματα για τη Σουηδία, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς πώς συντελέστηκε αυτό το κοινωνικό πολιτικό θαύμα στη Σουηδία, γιατί συντελέστηκε, τι ρόλο έπαιξε ο λαός, ο πολιτισμός, η πολιτική και γενικότερα αυτό το concept που ονομάζεται ακόμη και σήμερα Σουηδία. Και αυτό το λέω διότι πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση της βιογραφίας του Πάλμε, δοσμένης με επιστημονική ακρίβεια και σοβαρότητα από τον Χένρικ Μπέργγκρεν με τον τίτλο Υπέροχες μέρες μπροστά μας: μια βιογραφία για τον Ούλοφ Πάλμε. Ένα τεράστιο έργο 714 σελίδων. Γι’ αυτή τη δουλειά θα μιλήσω σε επόμενη ανάρτηση. Να σημειώσω πάντως ότι ο Μπέργγκρεν πήρε πρόσφατα το βραβείο Άξελ Χιρς της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του αυτό.
Ο Μπέργγκρεν ωστόσο, μαζί με τον Λαρς Τρέγκορντ, συνέγραψαν το υπέροχο βιβλίο Είναι ο Σουηδός άνθρωπος; Κοινότητα και ανεξαρτησία στη σύγχρονη Σουηδία (ειρήσθω εν παρόδω ότι το βιβλίο αυτό (456 σελίδες) έχει μεταφραστεί από τον γράφοντα στα ελληνικά και ακόμη δεν έχει δεήσει κανένας εκδοτικός οίκος να το εκδώσει), όπου περιγράφεται με ιστορική ακρίβεια και πολιτική διαύγεια γιατί η Σουηδία έγινε η χώρα που έγινε.
Και τα δύο αυτά έργα δεν μπόρεσαν να βρουν τον δρόμο τους για τη βιβλιοθήκη του έλληνα αναγνώστη, διότι η πολιτική των εκδοτών είναι σήμερα, δήθεν με την κρίση ως πρόσχημα, να εκδίδουν κακομεταφρασμένα μυθιστορήματα, αστυνομικά, αισθηματικά και λοιπά, κυρίως από τα αγγλικά (ακόμη και μη αγγλικά έργα μεταφράζονται από την αγγλική μετάφραση και όχι από τη γλώσσα του πρωτοτύπου), τα οποία έπρεπε να πωλούνται σε τιμές ΒΙΠΕΡ, ενώ πωλούνται σε τιμές που ξεπερνούν τα 17 και 20 ευρώ.
Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η βιογραφία του Πάλμε στα σουηδικά (714 σελίδες, επαναλαμβάνω) πωλείται 16-17 ευρώ, δεμένη, χοντρό εξώφυλλο. Το Είναι ο Σουηδός άνθρωπος πουλιέται 4,1 ευρώ πόκετ και δεμένο 14-15 ευρώ.
Αυτά τα ολίγα για την τύχη ορισμένων βιβλίων στον ελληνικό εκδοτικό ορίζοντα.

Friday, December 03, 2010

ΠΑΛΙΑ ΞΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ή Λίγη παλιατσαρία ποτέ δεν βλάφτει!!!


Ανάρτησα μερικά παλιά άρθρα που ειχα δημοσιεύσει σε εφημερίδες της επαρχίας. Μπορεί να μην είναι εντελώς επίκαιρα, αλλά οπωσδήποτε έχουν κάποια αξία -για μένα, τουλάχιστον- και καλά είναι να βρίσκονται σε έναν τόπο.

Εξ όνυχος τον λέοντα… Ή λόγος υπέρ Υπερβορείων





Απρόθυμα, τρόπον τινά, ξεκινάω να γράψω κάποια πράγματα σήμερα. Κι αυτό γιατί πρέπει να σταθώ επικριτικά σε κάποιες θέσεις και απόψεις που διαστρεβλώνονται για προσωπικά ίσως οφέλη, για λόγους αυτοπροβολής και κυριότερα μέσα από μια αδέξια συγκεκαλυμμένη έπαρση που ταλανίζει όσους πέρασαν τα Άβδηρα που λέγονται ΜΜΕ και ήγειραν μνημεία ματαιοδοξίας – πάντα χωρίς να γενικεύουμε. Κι αυτό από άνθρωπο που θα έπρεπε, αν μη τι άλλο, να έχει σφαιρικότερη άποψη για όσα έχει ζήσει και έχει βιώσει. Αλλά δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα.
Τη βδομάδα που πέρασε διάβασα στις δυο μεγαλύτερες αθηναϊκές εφημερίδες, ΤΑ ΝΕΑ και την Ελευθεροτυπία, για ένα βιβλίο που έγραψε η κυρία Αλεξάνδρα Πασχαλίδου. Οι παρουσιάσεις ξεκινούσαν με τα εξής λόγια: «κόρη ελλήνων μεταναστών και διάσημη δημοσιογράφος στη Σουηδία» (ΤΑ ΝΕΑ) και «Είναι ένα λαϊκό, έξυπνο, πρόσχαρο, αυθόρμητο και χαριτωμένο κορίτσι που έχει μιλήσει στον ενικό στον πρωθυπουργό της Σουηδίας και έχει ψηφιστεί ως μια από τις δέκα ομορφότερες γυναίκες της Σουηδίας. Η Αλεξάνδρα Πασχαλίδου μεγάλωσε, όμως, σε ένα γκέτο μεταναστών της Στοκχόλμης και έκανε σκληρό αγώνα για να ξεφύγει από τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση, στην οποία την καταδίκαζε η ελληνική καταγωγή της και η ανημπόρια των γονιών της, που είχαν και οι δύο ταπεινές δουλειές» (Ελευθεροτυπία).
Ας βάλουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά ξεκινώντας, ως είθισται, από την αρχή. Ο υπογράφων έχει προσωπική άποψη για τη Σουηδία στην οποία έζησε, ζει και εργάζεται η συγγραφέας. Αυτό σημαίνει ότι διαβάζοντας τα άρθρα των εφημερίδων (το βιβλίο δεν το διάβασα, αλλά αρκούν τα άρθρα για να σχηματίσει κανείς άποψη — κι αν η άποψη αυτή δεν ανήκει στην κυρία Πασχαλίδου, ε, τότε δεν τα λέω για την κα Πασχαλίδου), τα έχασα. Σκέφτηκα, ταυτόχρονα, ότι πολλά γράφονται και λέγονται που περνούν ανεξέλεγκτα κι αν κανείς δεν γνωρίζει τι μπορεί να κρύβεται από πίσω, η παραπλάνηση καθίσταται εύκολη. Και εξηγώ:
Τα επίθετα «λαϊκό, έξυπνο, πρόσχαρο, αυθόρμητο και χαριτωμένο» από πού πηγάζουν; Πιθανώς από τη συντάκτρια του άρθρου. Αλλά πόσο έγκυρη είναι αυτή η γνώμη; Και τι σημαίνει άραγε εκείνο το “λαϊκός”; Μη κληρικός, κοινός, μη εκλεκτικός; Και σε αντιδιαστολή με τι; Ποια η διαφορά ανάμεσα σε ένα κορίτσι λαϊκό και σε ένα κορίτσι μη λαϊκό; Προς Θεού, δεν κάνουμε ταξινόμηση ασμάτων!
 «Έχει μιλήσει στον ενικό στον πρωθυπουργό της Σουηδίας»… Σοβαρό επίτευγμα! Και το λέω ειρωνικά διότι όποιος γνωρίζει τη Σουηδία και τους Σουηδούς, γνωρίζει επίσης ότι οι Σουηδοί δεν χρησιμοποιούν πληθυντικό, παρόλο που υπάρχει προσφώνηση στον πληθυντικό. Κάποτε μιλούσαν στον πληθυντικό σε ηλικιωμένους ανθρώπους που δεν τους γνώριζαν καλά αλλά εξέλειψε κι αυτό στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Οι συζητήσεις που γίνονται στην τηλεόραση –και μιλάμε για τις σοβαρές συζητήσεις– γίνονται πάντα στον ενικό. Άντε να χρησιμοποιήσουν τρίτο ενικό (“θα ήθελε ο κ. Τάδε να μας εξηγήσει…»). Όσον αφορά το «μεγάλωσε σε γκέτο μεταναστών» τι να πω; Την εποχή που μεγάλωνε η ΑΠ στο “γκέτο” Ρίνκεμπυ, ζούσαν εκεί και Σουηδοί, κάτι που παραδέχεται και η ίδια. Μπορεί να υπήρξε “γκετοποίηση” εκ των υστέρων, όταν εξέλειπαν οι αυτόχθονες από την εν λόγω περιοχή, αλλά το γκέτο είναι ένωση πολλών συνιστωσών.
Η ΑΠ «έχει ψηφιστεί ως μία από τις 10 ομορφότερες γυναίκες της Σουηδίας». Αυτό επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Αν σκεφτεί κανείς ότι η ΑΠ –όπως δηλώνει η ίδια– υπήρξε θύμα ρατσιστικών εκδηλώσεων. Από τη μια γίνεται ξεχωριστό άτομο ως μία από τις 10 ομορφότερες και από την άλλη ξεχωριστό άτομο ως “μαυροκέφαλη” και“τσικνοελληνίδα” (αυτό το τελευταίο μού είναι κάπως άγνωστο ως χαρακτηρισμός, θα εμφανίστηκε μετά το 1995, μάλλον) και θύμα ρατσιστών. Στην πρώτη περίπτωση αισθάνεται –υποθέτω– περήφανη, ενώ στη δεύτερη “οργισμένη” και “θύμα”. Αναρωτιέμαι εάν ένας νουνεχής θα μπορούσε να θεωρήσει τις αμερικανίδες beauty queens (βασίλισσες ομορφιάς) θύματα. Προσωπικά, θα το έκανα με ευκολία.
…έκανε σκληρό αγώνα για να ξεφύγει από τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση, στην οποία την καταδίκαζε η ελληνική καταγωγή της και η ανημπόρια (sic) των γονιών της, που είχαν και οι δύο ταπεινές δουλειές.
Εδώ χρειάζεται προσοχή: “φτώχεια και περιθωριοποίηση”. Το να ζει κανείς φτωχικά στη Σουηδία του 1970 αποτελούσε ίσως κοινό τόπο για τους μετανάστες, επειδή ήθελαν να στείλουν ορισμένα χρήματα στην Ελλάδα, να φτιάξουν ένα σπίτι στην πατρίδα ή απλώς να αποταμιεύσουν. Η ταπεινή δουλειά είναι η λεγόμενη “στέντα”, δηλαδή καθαρισμός κτηρίων. Δεν υπήρχε τίποτα ταπεινό σ’ αυτό. Πολλοί Σουηδοί δούλευαν τότε σε αυτές τις δουλειές, όπως και πολλοί φοιτητές που ήθελαν έξτρα εισόδημα. Ήσαν συνήθως δουλειές των 2 ή 3 ωρών και πολλοί Έλληνες είχαν περισσότερες της μιας “στέντας”. Οι Σουηδοί, επειδή ζούσαν σε ένα κράτος πρόνοιας δεν αποταμίευαν όπως οι Έλληνες που προέρχονταν από μια χώρα που μόνο πρόνοια δεν διέθετε.
Τώρα, πώς την “καταδίκαζε” η ελληνική καταγωγή της και πώς η “ανημπόρια” των γονιών της, μόνο η ΑΠ το ξέρει –ή η δημοσιογράφος αν αυτό είναι δική της εκτίμηση– υποθέτω. Επειδή είναι γνωστό, και όποιος το αρνηθεί ψεύδεται σκόπιμα, ότι οι Έλληνες έχαιραν εκτίμησης στη Σουηδία σε σχέση με άλλους. Εξάλλου, για να δεχτεί κανείς ότι τον βαραίνει η καταγωγή του ή ανεγκέφαλος πρέπει να είναι ή σε ανεγκέφαλους να απευθύνεται. Όσο για την ανημπόρια ή ανημποριά ή φτώχεια, τα είπαμε ήδη. Τις επιλογές τους έκαναν οι άνθρωποι… Και εξάλλου η Σουηδία τη δεκαετία του 70 δεν είχε τη γκλαμουριά (για να χρησιμοποιήσω μια λόγια λέξη) του σήμερα.
Στη Σουηδία είναι ντροπή, δεν κάνει να μιλάς για τον εαυτό σου. Κι αυτό ήταν το μεγάλο δίλημμα που είχα όταν μου πρότειναν να γράψω αυτό το βιβλίο. Είναι, όμως, αυτοβιογραφικό και θα ήταν δύσκολο να μη μιλάω συνέχεια για τον εαυτό μου. Προσπάθησα, πάντως, να μη φαίνεται ότι είμαι κάτι το ιδιαίτερο, να μη διαφοροποιηθώ από τα αδέλφια μου που ζουν στην αφάνεια.
Αρχίζοντας να διαβάζω αυτές τις γραμμές ένιωσα εκείνη τη φοβερή πίεση που ασκεί το “πρέπει” πάνω στο “είναι”. Τη μεγαλύτερη τραγωδία του ανθρώπου: από τη μια έχεις την ηθική υποχρέωση να υπηρετείς την αλήθεια, κι από την άλλη, δίπλα-δίπλα, την ηθική υποχρέωση να πολεμάς την έπαρση και τη μισαλλοδοξία σου και, καταπόδας, ν’ ακολουθεί η άλλη ηθική υποχρέωση να μην κάνεις τη ζωή σου ευκολότερη, παρακάμπτοντας τα ηθικά διλήμματα. Αλλά πάλι εκείνο «τα αδέλφια μου που ζουν στην αφάνεια» έπνιξε ένα “εύγε” που πήγε να βγει από το στόμα μου. Τι εννοεί άραγε η ΑΠ με “αφάνεια”; Προς τι η αντιδιαστολή με τα αδέλφια της; Και τελικά γιατί είναι μεμπτό να μην είσαι διάσημος; Να είδε άραγε η ΑΠ το έργο του Γούντυ Άλλεν “Απιστίες και αμαρτίες” όπου στο τέλος ο Κλιφ Στερν (Άλλεν) λέει στον Τζούντα (Μάρτιν Λαντάου) ότι υπέροχη είναι και η ζωή στη διάρκεια της οποίας δεν κάναμε και πολλά πράγματα; Αλλά αυτό χρειάζεται κότσια για να το δεχτείς. Όπως και το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να δώσεις σαν άνθρωπος κάτι περισσότερο, αλλά κάτι διαφορετικότερο. Και επειδή η ζωή κάθε ανθρώπου είναι διαφορετική, τέτοια γίνεται και η προσφορά του. Η φήμη δεν είναι πανάκεια. Κι ακόμη λιγότερο πανάκεια είναι αυτό που στους καιρούς μας τη συνοδεύει: το χρήμα. Άρα η αφάνεια είναι σχετική. Και μιλώντας με θράσος γι’ αυτήν αποδεικνύεις συχνά το μέτρο της άγνοιάς σου.
Λέει η αρθρογράφος των Νέων: «H Αλεξάνδρα έχει κάθε λόγο να είναι περήφανη. Έγινε η εξαίρεση του κανόνα». Κι εγώ συμπληρώνω: όπως και ο Καλλιφατίδης, όπως οι επιχειρηματίες Έλληνες στη Σουηδία με προεξάρχοντα τον πρώην ιδιοκτήτη μεγάλου γραφείου ταξιδιών που ανακηρύχτηκε επιχειρηματίας της χρονιάς το 1998, όπως ο βουλευτής του Αριστερού Κόμματος Σουηδίας, όπως το πλήθος των πανεπιστημιακών και δασκάλων που διέπρεψαν και διαπρέπουν στη Σουηδία. Ποιος είναι η εξαίρεση του κανόνα. Και τίνος κανόνα; Αυτά συμβαίνουν καθημερινά. (Μόνο που, νά, έρχεται κάποιο βιβλίο, ή κάποιο άρθρο για ένα βιβλίο, και τονίζει τόσο πολύ την καθημερινότητα που νομίζουμε ότι όντως πρόκειται για κάτι ξεχωριστό.)  Η κ. ΑΠ έκανε ό,τι κάνει ο κόσμος σε όλο τον πλανήτη. Άλλοι γίνονται (ή και τους κάνουν) επιστήμονες, άλλοι συγγραφείς, άλλοι εργάτες, άλλοι αφεντικά, άλλοι εγκληματίες κ.λπ.
Και φτάνουμε στις «απειλές από ένοπλους νεοναζί που την έκαναν να χάσει τη δουλειά της και μετέτρεψαν τη ζωή της σε κόλαση». Δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό. Διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά για να τους μπει στο μάτι: ξένη, όμορφη, διάσημη, ζούσε σε χλιδάτο περιβάλλον, όπως παραδέχεται. Ε, ξεκίνησαν λοιπόν και οι οπαδοί της φυλετικής καθαρότητας και άρχισαν να την κυνηγούν.
Δεν προσπαθώ να γελοιοποιήσω την κατάσταση. Ένιωσα κι εγώ όταν πρωτοπήγα στη Σουηδία τον ρατσισμό στο πετσί μου. Απλώς, τον αντιμετώπισα διαφορετικά. Σήμερα, όπου η χώρα αυτή βρίθει από φυλές και εθνότητες, δεν θα χρειαζόταν η δική μου αντιμετώπιση. Εξάλλου –κι αυτό ισχύει για τη Σουηδία– όσο αυξανόταν (μάλλον, δεν αυξανόταν, πιο εξωστρεφές γινόταν) αυτό το βδέλυγμα του ρατσισμού και του νεοναζισμού (το ίδιο πράγμα είναι, απλώς ο ρατσιστής όταν ντύνεται “μπούλα” γίνεται νεοναζιστής: πώς ντυνόμασταν μικροί καουμπόηδες και νομίζαμε για λίγο ότι ήμασταν και τέτοιοι;) τόσο, και περισσότερο, αυξανόταν το αντιρατσιστικό κίνημα και μάλιστα το ενεργό (εννοώ ότι έπεφτε και ξύλο). Έτσι, για να αποδίδονται τα του Καίσαρα στον Καίσαρα…
  Σε τούτο τον πλανήτη οι άνθρωποι κινούνται και εθελοντικά και αναγκαστικά από τη μια χώρα στην άλλη. Όσο για τον ρατσισμό: και ρατσισμός υπάρχει και κρυπτορατσισμός. Άκουγα πολλές φορές στη Σουηδία ότι οι Έλληνες, οι Φινλανδοί, οι Ιταλοί, οι Πέρσες, οι Τούρκοι και άλλοι πολλοί (από φτωχότερες χώρες) ήσαν μετανάστες. Ρώτησα κάποιον γνωστό μου Σουηδό (κρυπτορατσιστή) γιατί δεν θεωρεί μετανάστη και τον Εγγλέζο, μια που υπάρχουν πολλοί τέτοιοι εκεί που εργάζονται, και με κοιτούσε σαν χάνος. Δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι ο Εγγλέζος ή ο Αμερικανός λιποτάκτης του Βιετνάμ θα μπορούσε να ήταν μετανάστης. Θέλω να πω ότι πολλές φορές αφήνουμε τον ρατσιστή να εκμεταλλευτεί το γεγονός της αδαημοσύνης του και να λέει αυτά που λέει. Εκείνος που παραδέχεται το μέγεθος της άγνοιάς του είναι απλώς ξενόφοβος, εκείνος που δεν το παραδέχεται είναι φασιστοειδές και από αυτά τα όντα έχουμε κι εμείς. Εκείνοι οι αλήτες με το αρχαιοελληνικά ψευδώνυμα και τις Χρυσές Αυγές που το σκάνε στην Αμερική και τάχα οι από εδώ δυσκολεύονται να τους συλλάβουν, οι Καλαμπόκες, οι Κένταυροι από τη μια και τα θύματα από την άλλη, ο νεολαίος του ΝΑΡ έξω από τα δικαστήρια και ο Τεμπονέρας και ο Αλβανός της διπλανής πόρτας (γκέτο είναι άραγε και τα Εξάρχεια, και η Κυψέλη;), ο αλβανός οικογενειάρχης που δουλεύει από νύχτα σε νύχτα με τα χρήματα που προσφέρουν οι εδώ “μη ρατσιστές”. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν στην Ελλάδα δεν δικαιολογεί την ύπαρξή τους και τα έργα τους ούτε στην Ελλάδα ούτε σε καμιά χώρα του κόσμου. Είναι ένα καρκίνωμα που ξεκίνησε από καταβολής κοινωνιών και στο διάβα το χρόνου φόρεσε και τον μανδύα της “ιδεολογίας”.
Πόσοι είναι όμως ρατσιστές; Είναι ρατσιστικές οι κοινωνίες μας, γενικώς; Μάλλον θα διέπραττε κανείς λογικό σφάλμα, επιχειρώντας το λογικό άλμα της γενίκευσης. Και ο ίμερος της γενίκευσης μοιάζει να έχει ριζωθεί για τα καλά στη σκέψη μας. Ογκόλιθος κι αυτός, σαν εκείνους προηγούμενου άρθρου. Μια επικίνδυνη ηχώ κάποιου παρελθόντος απειλεί ακόμη τη ζωή μας! Λογική και Τρέλα αλλάζουν απλώς καρέκλες, αντικαθιστούν η μια την άλλη… (Αλλά αν ήταν να αναπτύξουμε κι αυτόν το συλλογισμό δεν θα μας έφτανε η εφημερίδα. Θα αφήσω όμως να κρέμεται ίδια Δαμόκλειος σπάθη ένα “επιφυλάσσομαι”…)
Δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια των σκέψεων της κυρίας ΑΠ. Τις ίδιες τις σκέψεις θέτω υπό το πρίσμα της αμφισβήτησης. Παράδεισος η Σουηδία δεν είναι, μια που παράδεισοι δεν υπάρχουν έξω από το στέρνο μας. Κι αν θέλουμε να πιστέψουμε ότι ήταν κάποτε παράδεισος πρόνοιας αυτό οφειλόταν στην πολιτική που ασκήθηκε, στους σουηδούς πολίτες και στους μετανάστες. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στον τρόπο με τον οποίον ασκούμε κριτική, γιατί αυτός που επικρίνει θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ακριβοδίκαιος.
Και για να διαψεύσουμε τον τίτλο μας κρατήστε βαθιά μέσα σας ότι πολλές φορές πίσω από το λιονταρίσιο νύχι δεν υπάρχει λέων.          

Αφορισμοί




 Ή





Ο κόσμος είναι όπως είναι. Οποιαδήποτε αλλαγή θα οδηγούσε σε έναν άλλο κόσμο. Τι θα ήταν, άραγε, ο κόσμος αυτός;
Το σλόγκαν του Μαρξισμού. «Εμείς δεν θέλουμε να καταλάβουμε τον κόσμο, θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο». Το “εμείς” γράφεται, προφανώς, κατ’ αντιδιαστολή. Ποιοι θέλουν να καταλάβουν τον κόσμο; Μόνο οι παραδοσιακοί φιλόσοφοι. Άρα οι μαρξιστές θέτουν επίσης το παλιό φιλοσοφικό ερώτημα “τι είναι κόσμος”, (διότι δεν μπορείς να μην ξέρεις τι είναι αυτό που απορρίπτεις) και εν συνεχεία τον απορρίπτουν και εκφράζουν τη θέση της αλλαγής του. Επανερχόμαστε στο 1.  
1.               Πώς να διανοηθεί κανείς τη μη ύπαρξη αυτού του κόσμου; Και τι θα σήμαινε αυτό; Μήπως με την αλλαγή του εννοούμε κοινωνική αλλαγή; Τι σχέση έχει αυτό με τη φιλοσοφία; Εντέλει, γιατί ξεκινάμε από μια φιλοσοφική απορία για να καταλήξουμε σε μια κοινωνική-πολιτική θέση;
2.               «Ο μαρξισμός-λενινισμός είναι επιστημονική θεωρία». Τι σημαίνει επιστημονική θεωρία, τώρα; Οι επιστημονικές θεωρίες επαληθεύονται ή διαψεύδονται με το πείραμα. Γίνονται ή όχι αποδεκτές από μια επιστημονική κοινότητα. Η φιλοσοφία δεν εκπονεί θεωρίες, και όταν το κάνει δεν είναι φιλοσοφία· είναι μάλλον κοινωνιολογία, ψυχολογία, φυσική, κλπ.
3.               Ότι έχει να κάνει με τη φιλοσοφία ανάγεται στο επίπεδο της δραστηριότητας. Η φιλοσοφία είναι δραστηριότητα.
4.               Πολλοί υποστηρίζουν ότι η επιστήμη έδωσε απάντηση σε πολλά ερωτήματα της φιλοσοφίας (Κούρτοβικ στα ΝΕΑ). Και συνεχίζει «Αλλά το αντίστροφο δεν ισχύει». Μα η φιλοσοφία δεν έχει λόγο να δώσει απάντηση σε ερωτήματα της φυσικής. Αυτά τα απαντάει η φυσική. Εξάλλου, η φιλοσοφία δεν υπάρχει για να δώσει απαντήσεις. Υπάρχει για να διαλύσει τα ψευτοφιλοσοφικά προβλήματα που δημιουργούν τυχόν ερωτήματα του τύπου «Υπάρχει Θεός;» «Τι είναι κόσμος;», «Τι είναι ζωή;»
5.               Ο φιλόσοφος δεν θα σταθεί στην ορθότητα ή μη μιας θεωρίας. Ο φιλόσοφος θα δείξει ότι κάποιες θέσεις-προτάσεις της θεωρίας έχουν ή δεν έχουν νόημα. Επιστρέφουμε στο 1.
6.               Μόνο με αυτή την προϋπόθεση μπορεί να υπάρξει “διάλογος” μεταξύ επιστήμης και φιλοσοφίας.
7.               Σκεφτείτε την παντοδυναμία του Θεού μέσα από το ερώτημα: «Μπορεί ο Θεός να κατασκευάσει μια τόσο μεγάλη πέτρα την οποία δεν θα μπορεί να σηκώσει ούτε ο ίδιος;» Η λογική δεν μας επιτρέπει τέτοιες αναζητήσεις.

Περί Αριστεράς και Δεξιάς


 <-- & -->


Διαβάζω άρθρο του Δ. Δημητράκου στις Νέες Εποχές της εφημερίδας το Βήμα (27/08/2005) με τίτλο Δεξιά ή Αριστερά; Ο συγγραφέας του άρθρου –καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών– προσπαθεί να πείσει ότι η τομή Αριστεράς-Δεξιάς ως ουσία αλλά είναι μια εσωτερική, “ενδοκοινοτική” επινόηση, μια μανιχαϊστική αφέλεια που σήμερα δεν έχει πια νόημα. Ο Δ. Δ., όπως γίνεται συνήθως, λέει μερικές αλήθειες αλλά δεν λέει την αλήθεια. Οι συγκρίσεις των αριστερών και δεξιών με κοινότητες γκέι και λεσβιών είναι ατυχείς. Ο παραλληλισμός τους με “φυλές” όπως εκείνες των Ιώνων και των Δωριέων είναι ακαταλαβίστικες. Γιατί, εντέλει, αν είναι να συγκρίνουμε το τάδε με το δείνα πρέπει να μιλάμε για πράγματα ή καταστάσεις ομοειδείς ή τέλος πάντων να συγκρίνουμε παρόμοιες ιδιότητές τους. Εάν λοιπόν θεωρήσουμε εξαρχής την Αριστερά και τη Δεξιά ως μη ουσιαστικές κοινότητες σε έναν συγκεκριμένο λογικό χώρο, στον κόσμο μας εν προκειμένω, τότε δεν υπάρχει και λόγος να προβούμε σε συγκρίσεις ή παραλληλισμούς. Επομένως, αυτού του είδους η χειραγώγηση, και τα συμπεράσματα στα οποία αυτή  μας οδηγεί, δεν ανήκει στη φιλοσοφική πρακτική, ανήκει στον τομέα της κουτοπονηριάς.
Νόημα θα είχε η εξέταση των χώρων Αριστεράς και Δεξιάς ως προς το περιεχόμενό τους. Ήτοι, νόημα θα είχε η ιστορική εξέταση των μεταβολών που υπέστησαν οι δύο χώροι και, πάντως, νόημα θα είχε η εξέταση της συμπεριφοράς των οπαδών των χώρων αυτών στο πέρασμα του χρόνου και ο βαθμός αποξένωσής τους από τα βασικά κριτήρια σύστασης των χώρων αυτών. Και ακριβώς στο τελευταίο αυτό θα έπρεπε να αναζητούμε την αιτία της σύγχυσης μεταξύ Αριστεράς ή Δεξιάς ως κοινωνικής αντίληψης και Αριστεράς ή Δεξιάς ως εκφυλισμένης και άνευ ουσίας κοινότητας.