Friday, December 03, 2010

Che fece .... il gran rifiuto


Che fece .... il gran rifiuto
ετος καβάφη…και πάντα βρίσκεις να σχολιάσεις κάτι μέσα από τα ποιήματά του, πάντα κάτι απ’ αυτά θα μας θυμίσει την τρέχουσα πραγματικότητα, τις πεζές κι ανήσυχες μέρες μας, τις μέρες τούτες που ταράζεται ο νους από αγέρηδες περίεργους που φυσούν από τον ανατολικό μυχό της Μεσογείου, αγέρηδες που παρασέρνουν το συναίσθημα, τη λογική και το μυαλό, το καθετί που ξέχωρα μας τοποθετεί από τα άλλα έμβια του πλανήτη όντα.
Che fece .... il gran rifiuto
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.
Συνειρμοί…
Κι εκείνη στέκει ρωμαλέα κι ακίνητη στην άκρη της Μεσογείου, η Κύπρος. Απορούσα γη και γη “άπορη” από αιώνες διαγουμίσματος. Βουβή κι ανήμπορη να καταλάβει τις τόσες διαμείψεις για το σαρκίο της. Η ομορφιά της τη σκλαβώνει, τάχατες, ή ότι νύφη είναι πολύφερνη; Το θέμα της, θέμα ολονών… Το θέμα της, θέμα δικό της… Αστράφτουν σαν καμουτσίκια, δουλεύουν οι γλώσσες σα φίδια σε σφιχταγκάλιασμα, πάνε κι έρχονται τα γνωμικά, ανοίγουν τα κιτάπια οι σοφοί και κερνούν σοφίες, μιλάνε οι θιασώτες μιας κάποιας ρεάλ πολιτίκ με την ξενοιασιά του ψυχρού ατσαλιού, μιλάνε και οι εθνοπατέρες, οι σαράφηδες ιδεών (που ποτέ δεν εξαργύρωσαν τον εαυτό τους, πάντα τους άλλους ξαργυρώνουν), μιλάνε όλοι, όλοι. Τι να προλάβει το έρμο νησί να συλλογιστεί με τόσο σαματά.
Έλα, όμως, που ούτε το χέρι πάει εύκολα στην καρδιά, τη γνώμη της να πάρει, ούτε το μυαλό ξεκάθαρα δουλεύει. Κι όταν η ώρα έρχεται για το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι, αρχίζουν οι σειρήνες της δήθεν γνώσης, οι μαστροποί της αλήθειας, μιλούν με λόγια τάχα σοβαρά: «Να μην πρυτανεύσει το συναίσθημα», «Το Ναι είναι η μόνη εφικτή λύση», «Το Όχι θα είναι η μόνη σωστή λύση»… Λέξεις, ουσιαστικά κι επίθετα ατάκτως ερριμμένα. Μιλάνε για τη στάση ζωής  που πρέπει να κρατήσει ο κυπριακός λαός. Ένας λαός που πέρασε από συμπληγάδες πειρατών και Αράβων, πλήρωσε φόρους σε Άραβες και Βυζαντινούς (ναι, ναι στους ορθόδοξους Βυζαντινούς, τους γνωστούς προγόνους μας, ξέρετε τώρα εσείς), ξεπουλήθηκε στους Ιωαννίτες, στον Πάπα, στους Τούρκους, στη Μεγάλη Βρετανία. Μέχρι και οι θλιβεροί δικτάτορες πήγαν να τη “σώσουν”. Τι να πεις σ’ αυτόν τον λαό; Απάνω που πάει να αποφασίσει, απάνω που πάει να δεχτεί τις επιπτώσεις της όποιας στάσης του και να νιώσει τι σόι γεύση έχει η δύναμη ν’ αποφασίζει, ορμάνε τα κοράκια, πολύχρωμα και πολύξερα να του πάρουν τη μπουκιά από το στόμα.
Και στέκει εκεί πάνω στο νησί του, με τους στρατούς τους επίσημους, με τις στρατιές των ξεπεσμένων εθνικοφρόνων, των ρεάλ πολιτικών και κολλυβιστών χαρτογιακάδων, αντάμα με όλους τους έμπορους των εθνών, στέκει, ενεός, παρακολουθεί, με την καρδιά του να χτυπάει στον ίδιο ρυθμό κι από τις δύο πλευρές του συρματοπλέγματος. Στον ίδιο ρυθμό: Κύ-προς, Ki-bris, Κύ-προς, Ki-bris. Και ξέρει πως το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι δική του είναι υπόθεση.
Και η λύση; Μπροστά μας ήτανε και είναι προ αμνημονεύτων ετών. Μόνο που εμείς και οι άλλοι τη φαρμακώσαμε, με αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι. Και τη φαρμακώσαμε με τον πιο επαίσχυντο τρόπο που μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Τη βαφτίσαμε “ιδανική”, και ως εκ τούτου ανέφικτη. (Κι ας λέμε ότι η γλώσσα δεν έχει δύναμη. Έχει δύναμη· και μάλιστα φονική. Όλα μέσα της κυοφορούνται.)  
Θλιβερή θα παραμένει αυτή η ιστορία με την επίλυση του κυπριακού ζητήματος. Θλιβερή, σαν την απατηλή κι επίπλαστη “πραγματικότητα” που μας περιβάλλει. Αυτή που βαφτίσαμε πραγματικότητα.
Πάνω από το Τρόοδος ανέτειλε νύχτα με δυο φεγγάρια. Εκείνο του Ναι και τ’ άλλο του Όχι. Στον Άρη μόνιμα σκιάζουν με τη χλομάδα τους ο Δείμος και ο Φόβος.
Μόνο που ο γέρο Αλεξανδρινός παραφυλάει πίσω από το παραπέτασμα της Ιστορίας, έτοιμος να προσφέρει βοήθεια, με λόγια λίγα, απλά, συμμαζεμένα, εμβληματικά για την ανεξαρτησία του ατόμου, για την ασυμβίβαστη στάση απέναντι στις μαζοποιημένες λύσεις των σουπερμάρκετ της παγκοσμιοποίησης. 

Γρηγόρης Ν. Κονδύλης
16 Απριλίου 2004

 


Wednesday, November 17, 2010

Εποχές αποχών


Αποχή σε εκλογές είχαμε πάντα. Τι συνέβη όμως στις τελευταίες εκλογές; Γιατί τόσος πολύς κόσμος αποφάσισε να απέχει; Οι εξηγήσεις είναι πολλές. Αλλά ποιο είναι το μήνυμα; Είναι οι αδιάφοροι που δεν πήγαν; Είναι αυτοί που το σκέφτηκαν, ίσως, πολύ καλά και δεν είδαν άλλη λύση; Κι αναρωτιέμαι: γιατί δεν πήγαν να ρίξουν λευκό; Πολλοί το εξηγούν ότι αυτό ίσως να τους καταμετρούσε, εσφαλμένα, ως οπαδούς του ΚΚΕ — τουλάχιστον στον δεύτερο γύρο. Αδιαφόρησαν απλώς; Ή μήπως έδωσαν ένα μήνυμα που όλα τα κόμματα το πιπιλίζουν αλλά απέχουν, με τη σειρά τους, από την υλοποίησή του. Εννοώ μια νέα πολιτική αντίληψη, εντελώς ξένη προς αυτήν που ήδη έχουμε, μιαν αντίληψη επαναστατική, όχι με την έννοια που τη θέλει το ΚΚΕ, αλλά επαναστατική στην αντιμετώπιση των κοινωνικών, οικονομικών και, οπωσδήποτε, πολιτικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει ο κόσμος εν γένει.
Κάποιοι θεωρούν το ποσοστό αυτό ως απογοητευμένους πελάτες των πολιτικών. Ανθρώπους που συνειδητοποιούν ξαφνικά ότι οι πελατειακές σχέσεις είχαν καταληκτική ημερομηνία. Αν είναι έτσι, καλά πάμε, θα έλεγα. Διότι τι ακριβώς προσφέρουν κάτι τέτοιοι πολίτες σε μια δημοκρατία; Ρητορικό το ερώτημα και δεν θέλει απάντηση. Πάντως είναι κι αυτή μια θεωρία η οποία μήτε επαληθεύεται μήτε διαψεύδεται. Αλλά πάλι τίθεται το ερώτημα: μόνον αυτοί έκαναν αποχή;
Βουλευτής της Αριστεράς είπε το εξής βαθυστόχαστο: εδώ πρόκειται είτε για αποχή του βλάκα ή για αποχή του πολύ έξυπνου. Θυμίζει λίγο το παιχνίδι της κολοκυθιάς η θυμοσοφία του.
Τα βήματα που γίνονται γενικώς στον κόσμο είναι βήματα εφεκτικότητας, βήματα μιας δυσκοίλιας προόδου που μόνο πρόοδος δεν είναι. Ένας έγχρωμος για πρόεδρος στις ΗΠΑ, μια γυναίκα στη Γερμανία, ένας άχρωμος, άοσμος και άχρηστος πρόεδρος στην ΕΕ, ένας επαναστάτης με ή χωρίς εισαγωγικά κάπου στη Νότια Αμερική, ένας πρωθυπουργός με σκανδιναβικά οράματα και, έστω, με καλές προθέσεις, στην Ελλάδα, δεν είναι αυτό που οι απέχοντες ζητούν, θέλουν, ονειρεύονται ή ψηλαφούν ως λύση σε όλο τον κόσμο. Είναι η διακαής επιθυμία για μια νέα αντιμετώπιση των πραγμάτων, είναι η επιθυμία να δείξουν τον θυμό τους, είναι η λαχτάρα να δώσουν διέξοδο στα τεχνητά αδιέξοδα που εντέχνως κρύβονται πίσω από δήθεν αδυνατότητες. Μόνο που οι αδυνατότητες υπάρχουν συνήθως μόνο στα λόγια. Διότι αν δεν δοκιμαστεί κάτι δεν μπορεί να το χαρακτηριστεί αδύνατο. Γιατί αν το πάμε έτσι τότε δεν κάνουμε τίποτα περισσότερο από το να επωμιζόμαστε τον ρόλο του παντογνώστη και του προφήτη και στην περίπτωση που αυτός ο ρόλος είναι πραγματικός δεν θα μιλούσαμε για πρόβλημα. Αλλά ο ρόλος του προφήτη παραμένει ρόλος τσαρλατάνου και εκμαυλιστή κάποιων μονόχρωμων μαζών που παρά τα χρώματα τα οποία επιλέγουν να φορούν, διακρίνονται αποκλειστικά από μια γκριζάδα ιδεών και πράξεων. Όλα τα ίδια και στην επόμενη στροφή πάλι τα ίδια.
Είναι λοιπόν οι απέχοντες αδιάφοροι; Σίγουρα, ένα ποσοστό. Πόσο είναι; Μα αυτό είναι εύκολο να το δει κανείς. Μια ματιά σε προηγούμενες καταστάσεις δείχνει λίγο πολύ το ποσοστό τους. Το σίγουρο είναι ότι υπάρχουν κι άλλοι. Πού θα τους κατατάξουμε αυτούς; Σίγουρα όχι στους αδιάφορους, στους μπιγκμπραδερίστες, κ.τ.τ. Απομένει τι;
Απομένει εκείνο το κομμάτι, μεγάλο οπωσδήποτε, των ατόμων που είναι ενοχλημένοι για την αδιαφορία των πολιτικών μπροστά στα προβλήματα του κόσμου. Ας υποθέσουμε ότι είσαι άνεργος —που στις μέρες μας δεν είναι απλώς υπόθεση, αλλά οδυνηρή πραγματικότητα— ή είχες μείνει άνεργος κάποιους μήνες και τώρα τρέχεις με κάτι δουλειές κοψοχρονιά να μπαλώσεις τρύπες που δεν μπαλώνονται επειδή δεν είναι τρύπες αλλά χάσματα απέραντα στην οικονομία σου. Πληρώνεις συνεχώς και έρχεται πανωπροίκι η περαίωση. Καλείσαι να πληρώσεις κάτι που δεν το οφείλεις —κι αυτό ισχύει για πολλούς— με αποτέλεσμα να μην μπορείς να πληρώσεις όσα οφείλεις. Αυτό είναι η μια πλευρά, μία από τις πολλές σοβαρές πλευρές του προβλήματος. Και βλέπεις γύρω σου τον ορυμαγδό, το συνονθύλευμα πολιτικής και πολιτικών να ουρλιάζουν και μην καταλαβαίνεις τίποτα από όσα λένε. Κλείνεις τ’ αφτιά σου και σκέφτεσαι, σχεδόν σαν φοβισμένο, κατατρομαγμένο παιδάκι: Μα εγώ θέλω μόνο να ψηφίσω για την πόλη μου και να καταλάβω πώς θα λειτουργήσει η περιφέρειά μου.
Όχι! Δεν καλείσαι να κάνεις αυτό. Πρέπει να ψηφίσεις για το μνημόνιο, αν είσαι υπέρ ή κατά, λες και πάμε για δημοψήφισμα για το μνημόνιο.
Ρωτάω εγώ τώρα: οι απέχοντες, αυτή η τεράστια μάζα ανθρώπων που έχει σκεφτεί και ζήσει όλα τα παραπάνω από πού ώς πού είναι αδιάφοροι, χαβαλέδες ή μπιγκμπραδερίστες και πάει λέγοντας; Είναι συγκεκριμένο το ποσοστό εκείνων που ανήκουν στους παραπάνω και είναι μικρό.
Μια σύγκριση εκλογικών εποχών και αποχών θα σας πείσει.
Δεν αυξήθηκαν οι αδιάφοροι πολίτες, οι αδιάφοροι πολιτικοί αυξήθηκαν, και οι ενδιαφερόμενοι πολίτες απάντησαν διά της μη ψήφου, διά της αποχής.
Αλλά τι λύσεις υπάρχουν; Το σημείωμα αυτό δεν επιτρέπει να επεκταθώ πολύ σε αυτό. Επιγραμματικά θα πω δυο πράγματα και θα επανέλθω σε άλλο σημείωμα. Η απλή αναλογική —ναι, η πάγια θέση του ΚΚΕ και άλλων κομμάτων της Αριστεράς— είναι μια λύση. Πάμε και λίγο πιο μακριά; Η λίστα προσώπων, προσωπικοτήτων ή όπως αλλιώς θέλετε. Όχι κομματικές λίστες. Έτσι κάνουμε ένα βήμα προς βαθύτερες έννοιες δημοκρατίας. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε ο Μπουτάρης μετά τις εκλογές: «Στόχος μου ήταν να πάρω ό,τι καλύτερο είχαν να προσφέρουν τα κόμματα και με αυτά τα πρόσωπα να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ». Σοφά λόγια και ακόμη σοφότερη η πράξη του.
ΥΓ Ο υπογράφων ψήφισε για την πόλη του και για την περιφέρειά του, όπως ένιωθε ότι είχε υποχρέωση απέναντι στην —έστω κουρελιάρα— Δημοκρατία.     

Sunday, May 02, 2010

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΩΝ ΟΛΙΣΘΗΜΑΤΑ - Απάντηση σε Β. ΓΕΩΡΓ. της Ελευθεροτυπίας

Σε άρθρο της/του συνεργάτη σας Β. ΓΕΩΡΓ. στο φύλλο της Τετάρτης 28 Απριλίου 2010, στη στήλη «…Κι εκείνα» γίνεται μια αναφορά στο βιβλίο Ο μαγικός φανός του Μπέργκμαν από τις εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ. Γράφει λοιπόν ο συνεργάτης σας: «Τώρα, γιατί μεταφραστής είχε τη φαεινή και ακατανόητη ιδέα, που τινάζει στον αέρα και τον τίτλο του βιβλίου, να βαφτίσει τον ‘μαγικό φανό’ ‘κινηματογράφο’ (σελίδα 28), είναι μια άλλη, θλιβερή ιστορία».

Αισθάνθηκα, λοιπόν, την ανάγκη να εξηγήσω τη ‘φαεινή’ ιδέα μου για να μην αφήσω τη/τον Β. ΓΕΩΡΓ. στο έρεβος της θλιβερής ιστορίας.

Πρώτον δεν γράφει κινηματογράφος αλλά κινηματόγραφος

Αν, λοιπόν, έριχνε μια ματιά στην υποσημείωση 5 της σελίδας 26 (που προφανώς δεν διάβασε, μια που αποκαλεί τον κινηματόγραφο κινηματογράφο – με τον τόνο στο «το» και όχι στο «γρα»), ίσως θα είχε ξεπεράσει το πρόβλημα του ακατανόητου της ιδέας μου. Γράφω λοιπόν εκεί:

«Πρόκειται, κατά μία άποψη, για την εφεύρεση των αδελφών Λυμιέρ, μια πρώιμη μηχανή λήψης και προβολής. Εφεξής θα το αποκαλούμε κινηματόγραφο σε αντιδιαστολή με τον κινηματογράφο ως Τέχνη και ως αίθουσα».

Από μια άποψη λοιπόν αυτή η ονομασία είναι συμβατική, αν και όχι εντελώς, αν αναλογιστεί κανείς ότι η εν λόγω συσκευή στην οποία αναφέρεται ο Μπέργκμαν λεγόταν cinématographe και όχι Laterna magica ή Μαγικός φανός ή ακόμη Μαγική λυχνία. Ο τίτλος αναφέρεται απλώς σε μια από τις πρωτοπόρες συσκευές προβολής διαφανών εικόνων (και όχι φιλμ) σε λευκή επιφάνεια, τοποθετημένες μπροστά στο φως μια λυχνίας. Αργότερα μπορεί οι εικόνες αυτές να εναλλάσσονταν μηχανικά δημιουργώντας κίνηση. Αλλά από τότε τα πράγματα σίγουρα εξελίχτηκαν και σίγουρα εμφανίστηκαν νέες και πιο βελτιωμένες συσκευές. Μία από αυτές ήταν και ο cinématographe των αδελφών Λυμιέρ και ακριβώς για μια τέτοια συσκευή (σε πιο βελτιωμένη εκδοχή) κάνει λόγο ο Μπέργκμαν. Μια συσκευή που έγινε από τους αδελφούς Λυμιέρ (κατ’ άλλους ήταν εφεύρεση του Léon Bouly που την πούλησε στους Λυμιέρ) και βασιζόταν στο Κινητοσκόπιο του Ντίκσον.

Έτσι επέτρεψα στον εαυτό μου τη σύμβαση κινηματόγραφος…

Αλλά ας περάσουμε και στη λογική διάσταση του θέματος: Ο μαγικός φανός εφευρέθηκε περίπου στο 1600 ίσως και νωρίτερα. Άντε να έγιναν μερικές βελτιώσεις. Απ’ ό,τι γνωρίζω χρησιμοποιούνταν σαν συσκευή (σε βελτιωμένη εκδοχή, επιμένω) κατά τις αρχές του 1920 στις ΗΠΑ για πορνογραφικές εικόνες της εποχής. Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας πέρασε πλέον στην ιστορία και στους συλλέκτες (Eds. Crangle, Richard, Heard, Mervyn, and van Dooren, Ine. “Devices and Desires.” Realms of Light. London, England: The Magic Lantern Society, 2005. 11-45.)

• Τώρα ΠΩΣ ΣΤΗΝ ΕΥΧΗ είναι δυνατόν να πήρε έναν μαγικό φανό ως δώρο ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ¬–ας υποθέσουμε ότι ήταν δέκα και κάτι¬- όταν γεννήθηκε το 1918; Είναι δυνατόν να έκαναν δώρο συλλεκτικά κομμάτια;
• Γιατί ο Μπέργκμαν ονομάζει τη συσκευή Kinematograf και όχι Laterna magica ή Trollykta, όπως θα έπρεπε να κάνει αν εννοούσε την εν λόγω συσκευή;
• Γιατί δεν πέρασε από το μυαλό της/του συνεργάτη σας ότι ο τίτλος laterna magica μπήκε διότι 1) αποδεικνύει περίτρανα τη μαγεία που ασκούσε στον Μπέργκμαν ο κινηματογράφος και 2) είναι εντυπωσιακός και (σε άπταιστα ελληνικά) «πιασάρικος», κάτι που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έχει χρησιμοποιηθεί ως ονομασία της έδρας του Μαύρου Θεάτρου της Πράγας «Laterna Magika» και ως τίτλος μουσικού έργου της φινλανδής συνθέτριας Kaija Saariaho;

Και τέλος
Ως μεταφραστής δεν κατεβάζω «φαεινές». Αντιθέτως ψάχνω βασανιστικά την κάθε λέξη που γράφω. Θεώρησα πως η καθ’ όλα δόκιμη λέξη κινηματόγραφος αποτελούσε επιτυχή σύμβαση και το πιστεύω ακόμη.
Το «θλιβερή ιστορία» δεν το καταλαβαίνω. Ειλικρινά! Από πού ώς πού αποβαίνει θλιβερή μια μεταφραστική δουλειά. Και θέλω πραγματικά να μάθω τι εννοεί η/ο συνεργάτης σας με τη λέξη αυτή.
Αν δεν μπορεί, απομένει να επιστρέψω τους χαρακτηρισμούς που δεν ταιριάζουν στο ύφος μου ή στο ήθος μου και ως μεταφραστή και ως ατόμου.
Λίγη προσοχή δεν βλάπτει ποτέ.


Γρηγόρης Ν. Κονδύλης
Πρωτομαγιά 2010
Αγρίνιο

Saturday, February 27, 2010


Άρχισε η BOOKREA
Αυτό είναι το μυστικό. Η περίφημη περίοδος εκπτώσεων στα βιβλιοπωλεία της Σουηδίας. Ουρές αναγνωστών σχηματίζονται από τη νύχτα ακόμη για να προλάβουν να μπουν πρώτοι στις 07.00 που θα ανοίξουν οι πόρτες. Χειρότερα —ή καλύτερα, ανάλογα πώς το βλέπει κανείς— κι από μια μεγάλη ροκ συναυλία. Μια φορά τον χρόνο, τα βιβλιοπωλεία ανοίγουν τις πόρτες τους προσφέροντας βιβλία σε απίστευτα χαμηλές τιμές. Ο κάθε Σουηδός φεύγει με μια ή περισσότερες χάρτινες τσάντες γεμάτες βιβλία. Ένα γεγονός που θυμίζει σχεδόν λαϊκό προσκύνημα, πανηγύρι και εθνική γιορτή. 
Επειδή οι πελάτες περιμένουν όπως είπαμε από τη νύχτα το άνοιγμα του βιβλιοπωλείου με τις ώρες το πρωί όλο και κάποιος μπορεί να πεινάει. Οι έξυπνοι επιχειρηματίες έχουν φροντίσει και γι’ αυτό. 
Ta gärna frukost! Παρακαλώ, πάρτε πρωινό! Γράφει η ταμπέλα.
Όπως ακριβώς εδώ στην Ελλάδα δηλαδή. Ίδια ακριβώς πολιτική για το βιβλίο! Τι λένε οι εδώ εκδότες και βιβλιοπώλες;;;






Friday, November 20, 2009

Επιμέλειας αμέλειες

Πώς γίνεται ο Άγγλος Ρώσος και το κοντοκουρεμένο αιδοίο ένα απλό ΌΧΙ όταν ο επιμελητής δεν δουλεύει με βάση το πρωτότυπο


Μετέγραψα κάποτε το αγγλικό όνομα Evan ως Ίβαν. Λάθος μου, πρέπει να ομολογήσω. Θα έπρεπε να το είχα μεταγράψει ως “Ήβαν”. Ο επιμελητής το έκανε Ιβάν!!!
Σε ένα αγγλικό κείμενο παρουσιαζόταν η λέξη not μόνη της. Δηλαδή: xxxxxx xxxxx xxx. Not. Μου φάνηκε περίεργο που η λέξη αυτή έμπαινε έτσι εκεί, ξεκάρφωτη, δεν επρόκειτο για διάλογο. Περιγραφή ήταν. Το έψαξα. Απεδείχθη ότι η λέξη σήμαινε το κοντοκουρεμένο (εμφανίζεται και με τις μορφές hnot, nott, knot, nat, natt). Είδα ότι “κολλούσε” και με το κείμενο και η μετάφραση βγήκε ως εξής:

Τα καλοκαίρια δεν φοράει ποτέ της καλσόν — τα πόδια της είναι πολύ όμορφα για να τα κρύβει. Κάθε φορά που σκύβει μπροστά, ο Μπιλ της γλείφει τις ρώγες· και κάθε φορά που γέρνει πίσω εκείνος βάζει τον λυγισμένο… δείκτη του στο μπροστινό μέρος της κιλότας της. Κοντοκουρεμένο.

Ιδού τι έκανε ο (η) επιμελητής (-τρια):
Τα καλοκαίρια δεν φοράει ποτέ της καλσόν — τα πόδια της είναι πολύ όμορφα για να τα κρύβει. Κάθε φορά που σκύβει μπροστά, ο Μπιλ της γλείφει τις ρώγες· και κάθε φορά που γέρνει πίσω εκείνος βάζει τον λυγισμένο… δείκτη του στο μπροστινό μέρος της κιλότας της. Όχι.

Έπεται συνέχεια…

Friday, October 30, 2009

Αμάν πια
Κάποιοι επίμονοι, πεφυσιωμένοι και κουφιοκέφαλοι γνώστες της τάδε γλώσσας δεν σταματούν να μας κεντρίζουν στο αθέλητο αποκάρωμά μας με την απολυτότητα της γνώσης τους. Ας είναι…
Θυμάμαι κάποτε έναν τέτοιον μαχητικό γνώστη που διερρήγνυε τα ιμάτιά του για το πώς προφέρεται το William: Γουίλ(λ)ιαμ ή Ουίλλιαμ. Βέβαια επέμενε στο Ουίλλιαμ και κατακεραύνωνε εμάς τους άλλους που δεν λέμε Ουέλς αλλά Γουέλς, Ουόλ αλλά Γουόλ κ.ο.κ.
Μπορεί να έχει δίκιο ο άνθρωπος, σκέφτηκα τότε. Αλλά σε μια δεύτερη ανασκόπηση του άρθρου του το ξανασκέφτηκα. Η αγγλική γλώσσα καθορίζει την προφορά, ευτυχώς για μας. Λέει για παράδειγμα a wall, a wallet, a walrus και όχι πάντως an wall, an wallet…

Saturday, January 17, 2009

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΄Η ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ (Μια απόπειρα μετάφρασης ενός σουηδικού κλασικού έργου... )
Ι
Τούτη είναι η μοιραία μέρα κατά την οποία ο χωροφύλακας έλαβε την απόφαση να επιβάλλει στον μπακάλη την ποινή της φυλάκισης.
Ήδη, μετά από τη μικρή απόσταση που κάλυψε με το ποδήλατό του, συναντάει το πρώτο εμπόδιο στον ακανθόσπαρτο δρόμο απονομής της δικαιοσύνης. Στην άκρη της σιδηροδρομικής γραμμής, τα τριχωτά αυτιά του συλλαμβάνουν κρότους μεταλλικούς που προέρχονται από τις πολυκαιρισμένες ράγες και σταματάει, ως ο νόμος ορίζει, μπροστά στις κιτρινόχρωμες πινακίδες του σιδηροδρόμου, οι οποίες προειδοποιούν για Αφύλακτη Διάβαση και Υψηλή Τάση.
Εγώ, ο Άξελ Βέμπερ, βιώνω ανάμεικτα συναισθήματα βλέποντας μπροστά μου το χωροφύλακα με σάρκα και οστά. Ως πολίτης αισθάνομαι αγανάκτηση και μια εριστική ανάγκη να γράψω στα Νέα της Σέντερμανλαντ μιαν επιστολή παραπόνων. Ως αφηγητής, όμως, τούτης της ιστορίας νιώθω χαρά και δημιουργικότητα. Ο χωροφύλακας δεν φέρει το προβλεπόμενο από τον κανονισμό πηλήκιο στο γκριζομάλλικο κεφάλι του που θυμίζει σκαντζόχοιρο, επειδή έφυγε κρυφά από το σπίτι για υπηρεσιακούς λόγους, εν αγνοία της συζύγου του, και ως εκ τούτου περιφέρεται με πολιτική περιβολή. Ή όπως αλλιώς θ’ αποκαλούσε κανείς την αμφίεσή του. Στο αριστερό του πόδι φοράει γαλότσα[1] πάνω από ριγέ κάλτσα χοντρής πλέξης, με ρίγες ασπροκόκκινες. Στο σακάκι του, στο μέρος της καρδιάς, λάμπει σαν μεγαλόσταυρος η αστυνομική κονκάρδα με τις ράβδους εξουσίας χιαστί. Η φάτσα του προδίδει ενοχή: κοιτάζει γύρω του με σουφρωμένο στόμα και με προκλητικά έντονο και γουρλωτό βλέμμα, λες και είναι κανένα παιδάκι που το πιάσανε να κλέβει μήλα. Αυτό μπορεί να φαίνεται περίεργο, αν κανείς σκεφτεί ότι ο χωροφύλακας βρίσκεται, αυτή τη στιγμή, καθ’ οδόν προς εκτέλεση υπηρεσιακού καθήκοντος. Ήτοι, να επιβάλει στον μπακάλη την ποινή της φυλάκισης, μια που εκείνος φέρεται ένοχος για κατ’ επανάληψη παραβάσεις του βασιλικού διατάγματος της 14ης Ιουνίου 1917, το οποίο ορίζει ότι η έκδοση αδείας λιανικής πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών γίνεται κατ’ αποκλειστικότητα από τη δημοτική αρχή. (Στα «οινοπνευματώδη ποτά» περιλαμβάνεται και ο ζύθος κατηγορίας Β).


______________________________________________________________


–Ευχαριστώ. Τότε θα ήθελα να στρέψω την προσοχή μου σε πιο ενδιαφέροντα θέματα. Η ηρωίδα σου Μέρτα Σβένσον, η κοκκινομάλλα βοσκοπούλα με τα βαμβακερά, η Ιζόλδη του χωριού, η Ιουλιέττα του κοπρώνα, είναι μία κανονικότατη χαζοβιόλα, καταδυναστευμένη από την τίμια φιλοδοξία να διακορευτεί από κάποιο μαλλιαρό αρσενικό, να γεμίσει από το σπέρμα του και να υποταχτεί, εν γένει, σ’ αυτό που είναι βιολογικά προδιαγεγραμμένο. Δύο αρσενικά φαίνεται από πρώτο χέρι να θέτουν υποψηφιότητα ως πιθανοί μαρκαλιστές, ήτοι pro primo: ο εργάτης γης Έρικ Γκούσταφσον, γεννηθείς το 1918, γιος του εκτροφέα γουνοφόρων ζώων Στεν Γκούσταφσον και της συζύγου του Χίλμα, αμφοτέρων εγγεγραμμένων εις τα τοπικά μητρώα. Pro secundo: ο ξεροκέφαλος εξάδελφός μου, Καρλ Γκούσταφ Ούρσε, γεννηθείς το 1893, ο οποίος ένιωσε εξάψεις στη γέρικη σάρκα του, όταν άγγιξε τα μαλακά της νεαρής δεσποινίδας και άκουσε την ένρινη και κάπως κρυψίβουλη φωνή της να αρθρώνει ηλιθιότητες.
Ποιος από αυτούς τους δύο, αναρωτιέται τώρα κανείς, κατέχει τη σήμερον ημέρα τις καλύτερες πιθανότητες να κάνει τη Μέρτα Σβένσον να καρποφορήσει; Η κατάσταση είναι περίπλοκη. Η Μέρτα βιώνει κάποια αισθήματα ασφαλείας και καλοπέρασης μαζί με τον Γκούσταφσον, παρόλο που αυτός, σύμφωνα με τον νόμο περί Der Idiotismus des Landlebens[6] είναι ένας νεαρός χωριατοκόκορας, που αυτή τη στιγμή, καθώς κάνουν βόλτες στο χωματόδρομο, της λέει για το πώς γεννούν τα γουρούνια και για το πώς απλώνουν την κοπριά· ένας ο οποίος εις μάτην πασχίζει να μάθει ακορντεόν και που ως μοναδική κοινωνική φιλοδοξία του θεωρεί τη συμμετοχή του στην χρονιάρικη δραστηριότητα καθαρισμού ενός επαρχιακού ρέματος από τα περίσσια υδρόφυτα. Ο σκοπός του Γκούσταφσον είναι, κατά πώς λένε, “τίμιος”, αλλά οι οικονομικές του δυνατότητες να στήσει σπιτικό πρέπει προς το παρόν να είναι υπέρ το δέον ισχνές. Τα ίδια τα όνειρα του Γκούσταφσον, να κερδίσει το λαχείο ή να κάνει στράκες σε πανηγύρια ως κατσαρομάλλης βιρτουόζος του ακορντεόν, μάλλον ενισχύουν παρά αποδυναμώνουν την πρόγνωσή μου. Και μάλιστα, στα κρυφά, αυτή η οικονομική κατάσταση κάνει τη Μέρτα Σβένσον να επιθυμεί τη διατήρηση της παρθενιάς της και την αποχή από τη σεξουαλική ζωή αντί του προαναφερόμενου Γκούσταφσον, διότι στην κοινωνία που ζούμε, μόνον τα σπερματοζωάρια με μεγάλο εισόδημα, μη υποθηκευμένο αρχοντικό και τοκοφόρο κεφάλαιο, μπορούν να καταφέρνουν να γονιμοποιούν τα ωάρια. Θηλυκά άτομα που αφήνονται να γονιμοποιούνται χωρίς μια τέτοια οικονομική αντασφάλιση πλήττονται επίσης και από την ηθική επίκριση της κοινωνίας. Βλέπε, σχετικά, τη μελέτη του Ένγκελς περί καταγωγής της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, στην οποία ο μεγάλος στοχαστής προδιαγράφει επίσης το ευτυχές καθεστώς του ελεύθερου έρωτα, το οποίο σήμερα επικρατεί στο εύδαιμον βασίλειο του σοσιαλισμού, η μοίρα του οποίου είναι στενά αλυσοδεμένη με τον Ιωσήφ Στάλιν.
Βαρέθηκα τη ζωή.
Ωστόσο: οι προοπτικές του Έρικ Γκούσταφσον για γονιμοποίηση με τη Μέρτα Σβένσον πρέπει να θεωρούνται βραχυπρόθεσμα ως ανύπαρκτες.


[1] Πρόκειται για λαστιχένια επένδυση που φορούσαν πάνω από το παπούτσι για την υγρασία (Σ. τ. Μ.)
[2] Svea-riket, το Βασίλειο της Σβία, εξ ου και Sverige, ήτοι η σουηδική απόδοση της Σουηδίας (Σ. τ. Μ.).
[3] Οι γκράντε (ανώτατος τίτλος ευγενείας) της Ισπανίας, προσφωνούνταν mon Cousan [εξάδελφέ μου] από τον βασιλιά (Σ. τ. Μ.)
[4] Το ιερό φίδι της αρχαίας Αιγύπτου (Σ. τ. Μ.)
[5] βλ. σημ. 3.
* περίπου «Εκλύτου βίου και υπερβολικής ευφορίας» [Σ.τ.Μ.].
* Αλλοίμονο! Έχω δει τους ανθρώπους του κράτους να ξερνούν!
[6] Η ηλιθιότης των χωρικών (Σ. τ. Μ.).

Thursday, April 17, 2008

Sunday, August 13, 2006

Θεωρείν

θεωρείν

Νάιαλ Γκρίφιθς: Κέλι + Βίκτορ, μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης, ΟΞΥ

Pομαντικός σαδομαζοχισμός από τον Nάιαλ Γκρίφιθς Tα χέρια της σφιχτά στο λαιμό του Aγόρι συναντάει κορίτσι. Kορίτσι ποθεί αγόρι. Kορίτσι παρασέρνει αγόρι. Bάζει τα χέρια της στον λαιμό του και τον πνίγει. Όχι μέχρι θανάτου. Mέχρι ηδονής μόνο. Kαι το αγόρι; Γουστάρει


Αδύνατο να σου διαφύγει το γεγονός ότι πρόκειται για σύγχρονη βρετανική λογοτεχνία. Νομίζεις ότι ακούς τη βαριά προφορά του Λίβερπουλ, ότι μυρίζεις τις βρώμικες ταπετσαρίες των παμπ στις σελίδες. Όλα τα συστατικά τού Trainspotting είναι εδώ - οι κωλοδουλειές «η ιδιαίτερη και αναγκαία κόλασή τους», οι παρακμιακοί φίλοι, το κυνήγι του επιδόματος, η μοναξιά, η εξουθενωτική καθημερινότητα και οι σαββατοκυριακάτικες οάσεις των πάρτι και των ναρκωτικών όπου ξεχνάς την παλιοζωή σου. Αστείο όσο και οξύμωρο: τα άφθονα ντραγκς (κρακ, ηρωίνη, κόκα) δεν τρομάζουν αυτήν τη φορά. Αυτό που τρομάζει είναι η σεξουαλικότητα. Επενδυμένη με βία. Μπροστά σ' αυτό το βιβλίο, το Trainspotting είναι σαν τουριστικός οδηγός.

Μπροστά στις ακραίες καταστάσεις στο Κέλι + Βίκτορ του Νάιαλ Γκρίφιθς (φωτογραφία), το «Trainspotting» του Ίρβιν Γουέλς είναι σαν τουριστικός οδηγός
Νομίζεις (για λίγο) ότι διαβάζεις Άρλεκιν: Κορίτσι και αγόρι συναντιούνται, ερωτεύονται, κάνουν το σεξ της ζωής τους, βλέπουν πυροτεχνήματα και ένα συγκλονιστικό λευκό φως. H εμπειρία είναι υπερβατική, το μόνο που θέλουν είναι να συνεχίσουν για πάντα. Μόνο που η σεξουαλικότητα τής Κέλι εμπεριέχει βία. Αλλά, (χα!) ο Βίκτορ αυτό το λατρεύει! Επίσης λατρεύει κάθε εκατοστό του κορμιού της, για την ακρίβεια ποτέ ο σαδομαζοχισμός δεν υπήρξε τόσο ρομαντικός. Την πρώτη φορά που το έκαναν, έσφιξε τα χέρια της στον λαιμό του. Τη δεύτερη τής τα τράβηξε αυτός εκεί. Την τρίτη το πράγμα ξέφυγε: τον άφησε μισολιπόθυμο, ματωμένο. Την τέταρτη φορά τι θα συμβεί; H ένωση με το ιδανικό άλλο μισό φαντάζει αδιέξοδη. Πόσο πιο βίαια μπορούν να γίνουν τα πράγματα;
Βίκτορ, δεν θέλω να νιώθω αυτά που νιώθω, εσύ φταις, αυτήν τη δύναμη την αντλώ από σένα, τον κατηγορεί. Της βγάζει τον καλύτερο και χειρότερο εαυτό της. Ο εαυτός της την τρομάζει, αλλά μονάχα μετά εορτής, αφού όλα έχουν γίνει.
Οι απόλυτοι έρωτες φλερτάρουν με τον θάνατο. Και, όπως μάθαμε στα Μαύρα Φεγγάρια Του Έρωτα, τα πάθη πληρώνονται. H Κέλι είναι ο θύτης, ο Βίκτορ το θύμα. Τον λατρεύει απύθμενα, γι' αυτό και τον καταστρέφει. Ο Βίκτορ είναι το φως. Τόσο όμορφος, τόσο αληθινός. H αθωότητά του ανυψώνει τρυφερότητα αλλά και ένα τεράστιο κύμα βίας μέσα της. Θέλει να τον χαράξει, να τον ξεσκίσει, να τον «ράψει μέσα στο δέρμα της». «Αγάπα με λιγότερο, παράτα με τρελή σκύλα», θα έλεγε αν μπορούσε. Αν δεν ήταν φιμωμένος, δεμένος και μισολιπόθυμος. Αλλά βρίσκεται αναπόδραστα πλέον στο έλεός της. Δεν θα είχε τοποθετήσει τον εαυτό του σ' αυτή τη θέση αν γνώριζε το απόθεμα βίας που διαθέτει εκείνη. Είχε ορκιστεί να την αποφύγει αφότου τα πράγματα αγρίεψαν. Ωστόσο δεν άντεξε, την ακολούθησε πάλι στα πάντα. Έθεσε ξανά τον εαυτό του, με επίγνωση, στη διάθεσή της. Όπως εξάλλου έλεγε ο Μπροχ, αθώο θύμα δεν υπάρχει.
Σαν τραγούδι των Joy Division

Οι απόλυτοι έρωτες φλερτάρουν με τον θάνατο. Και, όπως μάθαμε στα «Μαύρα φεγγάρια του έρωτα», τα πάθη πληρώνονται. Εδώ, σκηνή από την ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, με τους Πίτερ Κογιότ και Εμανουέλ Σενιέ
Ανά δέκα σελίδες εμπεδώνουμε ότι «ο πούτσος του είναι σκληρός σαν ατσάλι». Οι ίδιες σεξουαλικές σκηνές επαναλαμβάνονται λεπτομερώς τρεις φορές: Μία από τον Βίκτορ, μία από την Κέλι και μία σαν αναπόληση. (Φτάνει!) H γλώσσα είναι όμως ποιητική, ωμή, οι εικόνες ανατριχιάζουν - οι διάλογοι ελάχιστοι, όλα γίνονται χωρίς λόγια. Οι χαρακτήρες βγαίνουν κρυστάλλινοι, οι συναισθηματικές διακυμάνσεις τους ταράζουν τον αναγνώστη. Ένταση, αγωνία - και ενδιάμεσα υπέροχα ξεσπάσματα εναντίον τής κατανάλωσης που «κουκουλώνει τους αυθεντικούς μας πόθους». Το Κέλι+Βίκτορ υπερασπίζεται τη διαφορετικότητα. Είναι ένα ουρλιαχτό, μια αιματηρή ατομική επανάσταση, απελπισμένη σαν τραγούδι των Joy Division.
Φαντάζομαι ότι το βιβλίο θα γίνει χιτ ανάμεσα στους σαδομαζοχιστές, τους θαυμαστές του Ντε Σαντ, αλλά και σε όποιους αντέξουν να το διαβάσουν.
Όταν το διαβάζεις θες να δεις το λευκό φως, να ζήσεις την έκσταση που έχουν ζήσει. Όμως αυτό που απογείωσε οργασμικά τους εραστές δεν ήταν η διαστροφή, ήταν ο έρωτάς τους - εντάξει, και τα χέρια της στον λαιμό του.
ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
«Γάμα τη δουλειά, την αυστηρή πειθαρχία, την υποτέλεια. Στ' αρχίδια μου όλα αυτά. Αυτά είναι οι εχθροί της ευτυχίας. Εμένα βάλε με στο σημείο του θανάτου με τα μυαλά μου να εκρήγνυνται σε φως, να μπαινοβγαίνω ορμητικά στην Κέλι, ενώ με στραγγαλίζει ρίχνοντάς με στην άβυσσο ανάμεσα στον ήλιο και στο μηδέν - κανείς ποτέ δεν θα φτάσει ούτε θα γνωρίσει την ευτυχία μου».

Ode to Jack


In a cave of fantasy,
in a cave of fallacy
Trying to live,
Trying to give
It was something new,
fine and interesting
But no, no, no,
they pull me back in

I was in a room,
Room of dreams
Reality out, reality in
Time by time
again and again
trying to solve
Something in vain

Friends at night
Unknown persons
Friends at night
venomous potions
Better than these
Friends at day
See them once
And then away

Talking to strangers?
Biiig mistake!
But what should you call
A silent rape!

A new day always arrive
Like a street whore
Of The Whatever Drive
Be sure, it will come
Like a pigeon in city
A bird of no origin
And lesser pity

Late night
And a friend
Called Jack
Family name Daniels
I thought I heard
My Jewish neighbor
Singing
The Uber Alles

Rapid dreams,
Like dreams of flow
Dreams of nothing
And dreams of vow

Here I sit
no hope to live or die
no friends or fi
but the Pope
-oh, shit!

-Sic transit-
I hear people say
-Gloria- of every
alleged lay

Greg Kondylis
August 13th, 2006

Μετάφραση: θεωρία και πράξη

Μετάφραση: θεωρία και πράξη

Wednesday, August 02, 2006

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ


HOWARD ZINN Επιμέλεια:ANTHONY ARNOVE
ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ
ISBN 960-7909-54-2Σελ. 152, τιμή 10 ευρώ
Μετάφραση: Γρηγόρης Ν. Κονδύλης
Τα θέματα που απασχολούν τον Χάουαρντ Ζιν και τον Άντονι Αρνόβ είναι το τρομοκρατικό χτύπημα της 11 ης Σεπτεμβρίου και ο τρόπος αντίδρασης σε αυτό, ο αμερικανός πρόεδρος Τζ. Μπους, το Ιράκ, το Μεσανατο­λικό, το Αφγανιστάν, η ιδεολογία του πολέμου, η τρομο­κρατία καθώς επίσης και η γνώμη του Ζιν για τις θέσεις γνωστών διανοουμένων όπως ο Τσόμσκι, ο Φωκ, η Σόνταγκ κ.ά.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΑΒΕΛ



GEORGE STEINER
ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΑΒΕΛ
ISBN 960-7909-63-1Σελ.800,Τιμή 43,00 ευρώ
Μετάφραση : Γρηγόρης Ν.Κονδύλης
Επιμέλεια : Άρης Μπερλής
O επιμελητής της έκδοσης Άρης Μπερλής σημειώνει στον πρόλογό του: «Τούτο είναι ένα βιβλίο - μια μετάφραση - για τη γλώσσα και τη μετάφραση: την «κανονική μετάφραση» (τη μετάφραση από μια γλώσσα σε άλλη γλώσσα) και τη «μετάφραση» με ευρεία έννοια, τη διαδικασία εκείνη δια της οποίας κατανοούμε, αναδιατυπώνουμε, ερμηνεύουμε, εξηγούμε, παραφράζουμε, εκφράζουμε, και γενικώς μετατρέπουμε νοηματικά, προ-γλωσσικά ή γλωσσικά στοιχεία σε άλλα γλωσσικά στοιχεία ή μορφές .

Stockhom Noir

Άρης Φιορέτος
Στοκχόλμη Νουάρ
Μετάφραση από τα σουηδικά: Γρηγόρης Κονδύλης
Μια δεκεμβριάτικη μέρα του 1925 η Βέρα Γκρουντ παίρνει το τρένο από το Βερολίνο με κατεύθυνση το Βορρά και στόχο να βρει έναν πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ. Θα βρεθεί σε μια παγωμένη και αφιλόξενη Στοκχόλμη. Παράλληλα, σε μια έπαυλη ο καθηγητής Σάουμπεργκ, πάλαι ποτέ διακεκριμένο μέλος των επιστημονικών Ακαδημιών της πατρίδας του και ιδρυτής του θρυλικού Ομίλου του Εγκεφάλου, ξεφυλλίζει τα παλιά του αρχεία. Η Βέρα κι ο καθηγητής ούτε που μπορούν να φανταστούν πόσο κοινή και δραματική θα είναι η μοίρα τους

Κέλι + Βίκτορ

Niall Griffiths - Κέλι + Βίκτορ
Μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης, Οξύ, 18,50 ευρώ

2 Ιανουαρίου 2000, σε ένα μπαρ στο Λίβερπουλ. Ο Βίκτορ συναντά την Κέλι. H Κέλι συναντά τον Βίκτορ. Πέφτουν με τα μούτρα στο σεξ. Τρίτη χιλιετία, απόγνωση στη μεγαλούπολη, άνθρωποι που ζουν με την πορνογραφία και όχι με τα σώματα. Μια ιστορία αγάπης. Ένα βιβλίο για τα απώτατα άκρα του σωματικού έρωτα. Αν θεωρείτε ότι όταν εκστομίζουμε βρισιές πρέπει να πλένουμε το στόμα μας με σαπούνι, μην το διαβάσετε.

Φλέγομαι

Φλέγομαι Τούρμπγιερν Σέβε
Μυθιστορηματική βιογραφία του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι
Μετάφραση : Γρηγόρης Κονδύλης
Εκδόσεις : Scripta