Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ
Thursday, December 14, 2006
Saturday, December 09, 2006
Sunday, August 13, 2006
Νάιαλ Γκρίφιθς: Κέλι + Βίκτορ, μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης, ΟΞΥ
Αδύνατο να σου διαφύγει το γεγονός ότι πρόκειται για σύγχρονη βρετανική λογοτεχνία. Νομίζεις ότι ακούς τη βαριά προφορά του Λίβερπουλ, ότι μυρίζεις τις βρώμικες ταπετσαρίες των παμπ στις σελίδες. Όλα τα συστατικά τού Trainspotting είναι εδώ - οι κωλοδουλειές «η ιδιαίτερη και αναγκαία κόλασή τους», οι παρακμιακοί φίλοι, το κυνήγι του επιδόματος, η μοναξιά, η εξουθενωτική καθημερινότητα και οι σαββατοκυριακάτικες οάσεις των πάρτι και των ναρκωτικών όπου ξεχνάς την παλιοζωή σου. Αστείο όσο και οξύμωρο: τα άφθονα ντραγκς (κρακ, ηρωίνη, κόκα) δεν τρομάζουν αυτήν τη φορά. Αυτό που τρομάζει είναι η σεξουαλικότητα. Επενδυμένη με βία. Μπροστά σ' αυτό το βιβλίο, το Trainspotting είναι σαν τουριστικός οδηγός.
Μπροστά στις ακραίες καταστάσεις στο Κέλι + Βίκτορ του Νάιαλ Γκρίφιθς (φωτογραφία), το «Trainspotting» του Ίρβιν Γουέλς είναι σαν τουριστικός οδηγός
Νομίζεις (για λίγο) ότι διαβάζεις Άρλεκιν: Κορίτσι και αγόρι συναντιούνται, ερωτεύονται, κάνουν το σεξ της ζωής τους, βλέπουν πυροτεχνήματα και ένα συγκλονιστικό λευκό φως. H εμπειρία είναι υπερβατική, το μόνο που θέλουν είναι να συνεχίσουν για πάντα. Μόνο που η σεξουαλικότητα τής Κέλι εμπεριέχει βία. Αλλά, (χα!) ο Βίκτορ αυτό το λατρεύει! Επίσης λατρεύει κάθε εκατοστό του κορμιού της, για την ακρίβεια ποτέ ο σαδομαζοχισμός δεν υπήρξε τόσο ρομαντικός. Την πρώτη φορά που το έκαναν, έσφιξε τα χέρια της στον λαιμό του. Τη δεύτερη τής τα τράβηξε αυτός εκεί. Την τρίτη το πράγμα ξέφυγε: τον άφησε μισολιπόθυμο, ματωμένο. Την τέταρτη φορά τι θα συμβεί; H ένωση με το ιδανικό άλλο μισό φαντάζει αδιέξοδη. Πόσο πιο βίαια μπορούν να γίνουν τα πράγματα;
Βίκτορ, δεν θέλω να νιώθω αυτά που νιώθω, εσύ φταις, αυτήν τη δύναμη την αντλώ από σένα, τον κατηγορεί. Της βγάζει τον καλύτερο και χειρότερο εαυτό της. Ο εαυτός της την τρομάζει, αλλά μονάχα μετά εορτής, αφού όλα έχουν γίνει.
Οι απόλυτοι έρωτες φλερτάρουν με τον θάνατο. Και, όπως μάθαμε στα Μαύρα Φεγγάρια Του Έρωτα, τα πάθη πληρώνονται. H Κέλι είναι ο θύτης, ο Βίκτορ το θύμα. Τον λατρεύει απύθμενα, γι' αυτό και τον καταστρέφει. Ο Βίκτορ είναι το φως. Τόσο όμορφος, τόσο αληθινός. H αθωότητά του ανυψώνει τρυφερότητα αλλά και ένα τεράστιο κύμα βίας μέσα της. Θέλει να τον χαράξει, να τον ξεσκίσει, να τον «ράψει μέσα στο δέρμα της». «Αγάπα με λιγότερο, παράτα με τρελή σκύλα», θα έλεγε αν μπορούσε. Αν δεν ήταν φιμωμένος, δεμένος και μισολιπόθυμος. Αλλά βρίσκεται αναπόδραστα πλέον στο έλεός της. Δεν θα είχε τοποθετήσει τον εαυτό του σ' αυτή τη θέση αν γνώριζε το απόθεμα βίας που διαθέτει εκείνη. Είχε ορκιστεί να την αποφύγει αφότου τα πράγματα αγρίεψαν. Ωστόσο δεν άντεξε, την ακολούθησε πάλι στα πάντα. Έθεσε ξανά τον εαυτό του, με επίγνωση, στη διάθεσή της. Όπως εξάλλου έλεγε ο Μπροχ, αθώο θύμα δεν υπάρχει.
Σαν τραγούδι των Joy Division
Οι απόλυτοι έρωτες φλερτάρουν με τον θάνατο. Και, όπως μάθαμε στα «Μαύρα φεγγάρια του έρωτα», τα πάθη πληρώνονται. Εδώ, σκηνή από την ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, με τους Πίτερ Κογιότ και Εμανουέλ Σενιέ
Ανά δέκα σελίδες εμπεδώνουμε ότι «ο πούτσος του είναι σκληρός σαν ατσάλι». Οι ίδιες σεξουαλικές σκηνές επαναλαμβάνονται λεπτομερώς τρεις φορές: Μία από τον Βίκτορ, μία από την Κέλι και μία σαν αναπόληση. (Φτάνει!) H γλώσσα είναι όμως ποιητική, ωμή, οι εικόνες ανατριχιάζουν - οι διάλογοι ελάχιστοι, όλα γίνονται χωρίς λόγια. Οι χαρακτήρες βγαίνουν κρυστάλλινοι, οι συναισθηματικές διακυμάνσεις τους ταράζουν τον αναγνώστη. Ένταση, αγωνία - και ενδιάμεσα υπέροχα ξεσπάσματα εναντίον τής κατανάλωσης που «κουκουλώνει τους αυθεντικούς μας πόθους». Το Κέλι+Βίκτορ υπερασπίζεται τη διαφορετικότητα. Είναι ένα ουρλιαχτό, μια αιματηρή ατομική επανάσταση, απελπισμένη σαν τραγούδι των Joy Division.
Φαντάζομαι ότι το βιβλίο θα γίνει χιτ ανάμεσα στους σαδομαζοχιστές, τους θαυμαστές του Ντε Σαντ, αλλά και σε όποιους αντέξουν να το διαβάσουν.
Όταν το διαβάζεις θες να δεις το λευκό φως, να ζήσεις την έκσταση που έχουν ζήσει. Όμως αυτό που απογείωσε οργασμικά τους εραστές δεν ήταν η διαστροφή, ήταν ο έρωτάς τους - εντάξει, και τα χέρια της στον λαιμό του.
ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
«Γάμα τη δουλειά, την αυστηρή πειθαρχία, την υποτέλεια. Στ' αρχίδια μου όλα αυτά. Αυτά είναι οι εχθροί της ευτυχίας. Εμένα βάλε με στο σημείο του θανάτου με τα μυαλά μου να εκρήγνυνται σε φως, να μπαινοβγαίνω ορμητικά στην Κέλι, ενώ με στραγγαλίζει ρίχνοντάς με στην άβυσσο ανάμεσα στον ήλιο και στο μηδέν - κανείς ποτέ δεν θα φτάσει ούτε θα γνωρίσει την ευτυχία μου».
Ode to Jack

In a cave of fantasy,
in a cave of fallacy
Trying to live,
Trying to give
It was something new,
fine and interesting
But no, no, no,
they pull me back in
I was in a room,
Room of dreams
Reality out, reality in
Time by time
again and again
trying to solve
Something in vain
Friends at night
Unknown persons
Friends at night
venomous potions
Better than these
Friends at day
See them once
And then away
Talking to strangers?
Biiig mistake!
But what should you call
A silent rape!
A new day always arrive
Like a street whore
Of The Whatever Drive
Be sure, it will come
Like a pigeon in city
A bird of no origin
And lesser pity
Late night
And a friend
Called Jack
Family name Daniels
I thought I heard
My Jewish neighbor
Singing
The Uber Alles
Rapid dreams,
Like dreams of flow
Dreams of nothing
And dreams of vow
Here I sit
no hope to live or die
no friends or fi
but the Pope
-oh, shit!
-Sic transit-
I hear people say
-Gloria- of every
alleged lay
Greg Kondylis
August 13th, 2006
Wednesday, August 02, 2006
ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ

HOWARD ZINN Επιμέλεια:ANTHONY ARNOVE
ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ
ISBN 960-7909-54-2Σελ. 152, τιμή 10 ευρώ
Μετάφραση: Γρηγόρης Ν. Κονδύλης
Τα θέματα που απασχολούν τον Χάουαρντ Ζιν και τον Άντονι Αρνόβ είναι το τρομοκρατικό χτύπημα της 11 ης Σεπτεμβρίου και ο τρόπος αντίδρασης σε αυτό, ο αμερικανός πρόεδρος Τζ. Μπους, το Ιράκ, το Μεσανατολικό, το Αφγανιστάν, η ιδεολογία του πολέμου, η τρομοκρατία καθώς επίσης και η γνώμη του Ζιν για τις θέσεις γνωστών διανοουμένων όπως ο Τσόμσκι, ο Φωκ, η Σόνταγκ κ.ά.
ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΑΒΕΛ

GEORGE STEINER
ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΑΒΕΛ
ISBN 960-7909-63-1Σελ.800,Τιμή 43,00 ευρώ
Μετάφραση : Γρηγόρης Ν.Κονδύλης
Επιμέλεια : Άρης Μπερλής
O επιμελητής της έκδοσης Άρης Μπερλής σημειώνει στον πρόλογό του: «Τούτο είναι ένα βιβλίο - μια μετάφραση - για τη γλώσσα και τη μετάφραση: την «κανονική μετάφραση» (τη μετάφραση από μια γλώσσα σε άλλη γλώσσα) και τη «μετάφραση» με ευρεία έννοια, τη διαδικασία εκείνη δια της οποίας κατανοούμε, αναδιατυπώνουμε, ερμηνεύουμε, εξηγούμε, παραφράζουμε, εκφράζουμε, και γενικώς μετατρέπουμε νοηματικά, προ-γλωσσικά ή γλωσσικά στοιχεία σε άλλα γλωσσικά στοιχεία ή μορφές .
Stockhom Noir
Στοκχόλμη Νουάρ
Μετάφραση από τα σουηδικά: Γρηγόρης Κονδύλης
Μια δεκεμβριάτικη μέρα του 1925 η Βέρα Γκρουντ παίρνει το τρένο από το Βερολίνο με κατεύθυνση το Βορρά και στόχο να βρει έναν πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ. Θα βρεθεί σε μια παγωμένη και αφιλόξενη Στοκχόλμη. Παράλληλα, σε μια έπαυλη ο καθηγητής Σάουμπεργκ, πάλαι ποτέ διακεκριμένο μέλος των επιστημονικών Ακαδημιών της πατρίδας του και ιδρυτής του θρυλικού Ομίλου του Εγκεφάλου, ξεφυλλίζει τα παλιά του αρχεία. Η Βέρα κι ο καθηγητής ούτε που μπορούν να φανταστούν πόσο κοινή και δραματική θα είναι η μοίρα τους
Κέλι + Βίκτορ
Μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης, Οξύ, 18,50 ευρώ
2 Ιανουαρίου 2000, σε ένα μπαρ στο Λίβερπουλ. Ο Βίκτορ συναντά την Κέλι. H Κέλι συναντά τον Βίκτορ. Πέφτουν με τα μούτρα στο σεξ. Τρίτη χιλιετία, απόγνωση στη μεγαλούπολη, άνθρωποι που ζουν με την πορνογραφία και όχι με τα σώματα. Μια ιστορία αγάπης. Ένα βιβλίο για τα απώτατα άκρα του σωματικού έρωτα. Αν θεωρείτε ότι όταν εκστομίζουμε βρισιές πρέπει να πλένουμε το στόμα μας με σαπούνι, μην το διαβάσετε.
Φλέγομαι
Μυθιστορηματική βιογραφία του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι
Μετάφραση : Γρηγόρης Κονδύλης
Εκδόσεις : Scripta
Ludwig Wittgenstein
Friday, May 19, 2006
Τα περί αμαρτίας οράματα του Μπομπ Ντύλαν

Dylan's Visions of Sin by Christopher Ricks
Φαίνεται πως έγινε πολύς θόρυβος γύρω από το εν λόγω βιβλίο. Ο Ρικς, προτείνοντας μιαν ανάγνωση των στίχων, τραγουδιών, ποιημάτων του Μπομπ Ντύλαν, βρέθηκε στο στόχαστρο πολλών κριτικών. Αναξιόλογο, μηδαμινό, αιρετικό και τελικό άχρηστο κρίθηκε το βιβλίο αυτό. Στην πυρά αναφώνησαν όλοι εν χορώ για τον Κρίστοφερ Ρικς, ο οποίος ήταν αποδεκτός όσο έγραφε βιβλία όπως τα Milton's Grand Style, Keats and Embarrassment, T.S. Eliot and Prejudice και Beckett's Dying Words. Τώρα, τι έγινε; Τόλμησε τούτος εδώ να μας φέρει έναν πανηγυρτζή, έναν περιπλανώμενο μουσικό σε τούτο το άδυτο που λέγεται Λογοτεχνία; Στην πυρά, λοιπόν.
Τι λέει ο Ρικς στο βιβλίο του; Απλώς προσεγγίζει τον Ντύλαν μέσα από ορισμένα τραγούδια του και διατείνεται ότι αυτά ως βασικό άξονα έχουν τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα (Seven Deadly Sins), ήτοι Φθόνος, Πλεονεξία, Λαιμαργία, Οκνηρία, Λαγνεία, Οργή, Έπαρση, τις Τέσσερις Πρώτιστες Αρετές (Four Cardinal Virtues), ήτοι Δικαιοσύνη, Σωφροσύνη, Εγκράτεια, Ανδρεία και τις Τρεις Θεϊκές Χάρες (Three Heavenly Graces), την Πίστη, Την Ελπίδα και την Ελεημοσύνη.
Πού βρίσκεται το πρόβλημα; Στους κριτικούς του Times Litterary Supplement, οι οποίοι μέσα από αναλύσεις επί αναλύσεων, με αγκαλιά το βρετανικό φλέγμα, τη σοβαροφανή αυταρέσκεια και την απροκάλυπτη απαρέσκεια -όλα σε ένα- προσπαθούν να εκμηδενίσουν ένα πόνημα για έναν από τους διασημότερους ίσως τραγουδοποιούς, τραγουδιστές και πολιτικούς ανθρώπους.
Τώρα θα μου πει κανείς ότι η τυφλή πίστη στον Ντύλαν δεν μπορεί να αποτελέσει σταθερό εφαλτήριο για τον υπογράφοντα που θέλει, όχι να στηλιτεύσει, αλλά να παραπονεθεί και να γκρινιάξει για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι αναγνωρισμένοι (νομίζω) κριτικοί εκθέτουν τη γνώμη τους. Ένας από αυτούς, ο Mark Ford, είναι ίσως ο εμπαθέστερος, μια που εκφράζεται με τα παρακάτω λόγια:
«Τα Visions of Sin φαίνονται ωθούμενα από την ανάγκη του Ricks να αποδείξει ότι είναι “ασφαλές” για έναν ακαδημαϊκό να θαυμάζει τον Ντύλαν και, πράττοντάς το, αποκρύπτει πλήρως τη διαστροφή του Ντίλαν και το γεγονός ότι δεν είναι διόλου προβλέψιμος».
Η διαστροφή του Ντύλαν έγκειται στο γεγονός ότι έχει «κατακλέψει» πολλούς λογοτέχνες για να κάνει τα δικά του ποιήματα, σύμφωνα με τον Φορντ και τις αναφορές του. Αλλά, τι σημαίνει αυτό; Είναι τα τραγούδια/ποιήματα του Ντύλαν αντιγραφές ή «μαζικοί δανεισμοί» γνωστών έργων ποιητών όπως ο Tennyson, ο Keats, ο Τ. S. Eliot και ο John Donne; Αυτό δεν το αρνείται ο Ricks αλλά δεν μιλάει για κλοπή, μιλάει για αντιστοιχίες οι οποίες σαφώς έχουν τη βάση τους σε ποιήματα των προαναφερόμενων ποιητών, αλλά όχι μόνον. Θα τολμήσω να πω ότι πολλοί αντέγραψαν τους αρχαίους και μεταγενέστερους κλασικούς, δανειζόμενοι ολόκληρες στροφές και κεφάλαια, και έχτισαν με τον καλύτερο τρόπο το έργο που τους έκανε γνωστούς. Παραδείγματα; Σωρεία παραδειγμάτων. Ξεκινήστε από τον Γκαίτε, περάστε μια βόλτα από τον Χέλντερλιν, τους χαιρετισμούς μου στον Κρίστοφερ Λογκ κι ελάτε να τραγουδήσουμε το Alexandra Leaving του Λέοναρντ Κοέν (τραγουδιστής κι αυτός, μπορώ άραγε να συμπεριλάβω τον ευτελέστατο στους δαφνοστεφείς;). Αυτοί όλοι τι έκαναν, μετέφραζαν, μετέγραφαν, μετέφεραν, ερμήνευαν, εμπνέονταν, εξηγούσαν η δημιουργούσαν; Έκλεβε κανείς τους; Έχει σημασία; Αν αναλογιστούμε πόσο μεγάλο είναι το βάρος της παγκόσμιας λογοτεχνίας που ο κάθε έπηλυς στον χώρο αυτό καλείται να σηκώσει στους ώμους του, αναρωτιέμαι πόσο ορατά και πραγματικά είναι τα όρια μεταξύ κλεψιάς και μια αθώας εκ νέου επινόησης ή ακόμη και απλής χρησιμοποίησης λόγων που μας κατάκτησαν, που μας μάγεψαν, που θα θέλαμε να τους έχουμε πει εμείς. Αλλά και πάλι, ποιος μας απαγορεύει να επαναλάβουμε το α ή β ρητό, τον α ή β στίχο, την α ή β στροφή. Να πάω και λίγο πιο μακριά; Πόσο θα κατηγορήσει κανείς τον Πιερ Μενάρ, αυτόν τον πανέξυπνα επινοημένο συγγραφέα που κατάφερε να γράψει ακριβώς τα ίδια που έγραψε ο Θερβάντες πολλά χρόνια αργότερα και να μας προσφέρει, με τη ζωή που του χάρισε ο Μπόρχες, το ευφυέστερο ίσως παράδειγμα αναδημιουργίας.
Thursday, May 04, 2006
Εμμονών Επιζύθιον

Μου αρέσουν οι εμμονές. Οξυγονώνομαι. Πηδάει μια απ' αυτές και μου χώνεται κάπου εκεί, κοντά στο τμήμα του Μπροκά και με ξυπνάει. Άντε μετά να καταλαγιάσεις το μέσα σου. Νά και οι άλλες, σαν να μοιράζεις ψίχουλα σε περιστέρια έρχονται, εκλιπαρούσες, απειλητικές, βρόμικες και πεινασμένες. Κι ανοίγεις τη φλέβα του μυαλού σου και λες νά, ορίστε, φάτε. Και τρώνε. Τρώνε. Τρώνε. Χάααααα, ουρλιάζεις. Ορυμαγδός! Φεύγουν και ξανάρχονται. Τι νόμιζες; Με κρατούν όμως ζωντανό. Σαν οι βδέλλες τον υπερτασικό. Από κείνες που έβαζαν παλιά στα κουρεία. Στα ελληνικά κουρεία του '60. Που ήταν σαν τα κουρεία του Φαρ Ουέστ. Όλα τα προλάβαμε. Τίποτα δεν χάσαμε. Μας λεκιάζουν οι αναμνήσεις. Σκύβω και μυρίζω τα ρούχα μου. Το πουλόβερ αποπνέει μια υγρή μυρωδιά, ναφθαλίνη, κορμί, τσιγάρο, βροχή, όχι όποια κι όποια βροχή, πρωτοβρόχι. Το θυμάσαι; Όχι. Πώς να το θυμάσαι… Μη βγαίνεις στους δρόμους. Όχι τώρα πια. Όχι σήμερα. Είναι εποχή πεζών. Και πεζών εποχουμένων. Οι δε κυνηγούν τους μεν. Αφού σου είπα ότι είναι εποχή. Πως λέμε εποχή μπεκάτσας, λαγού, κ.λπ. Πατάς έναν πεζό, του κόβεις το δεξί, το χέρι, και το πας στο τμήμα. Παίρνεις την αμοιβή. Γραπτό έπαινο αποκέντρωσης. Αναρίγησα σαν σκέφτηκα τις προοπτικές μου. Πάντα αναριγώ όταν σκέφτομαι τις προοπτικές μου. Και όταν σκέφτομαι γενικά. Τι λέγαμε; Α, ναι, για τις εμμονές. Ξύνω αυτό που έχω μέσα μου και νά μια εμμονή, τόση. Δεν μπορώ σου λέω χωρίς αυτές. Για ποια λογική μου μιλάς; Τι σχέση έχει τώρα αυτό; Εγώ δεν σκέφτομαι έτσι, σκέφτομαι αλλιώς. Πώς αλλιώς; Αριβάρω όταν θέλω και μιλάω όταν θέλω. Τώρα δεν θέλω. Πάλι λάμπουν σήμερα οι εφημερίδες. Με σκοτεινές εξαιρέσεις, λάμπουν όλες. Τι συρφετός! Πώς αντέχουν να μολογάνε τα ίδια και τα ίδια; Για το τι είπε εκείνος, για το τι απάντησε ο άλλος. Τα λαμπερά χαμόγελα και τα σοβαρά λόγια των σαλτιμπάγκων της κυβέρνησης. Πως αναποδογύρισαν έτσι τα πράγματα; Είναι να γελάς όταν παίρνουν ύφος για να πουν κάτι σοβαρό. Και τι λένε. Σκόνη βγαίνει από το στόμα τους, σάπια πανιά μούμιας και οχετός εφήμερων εντυπώσεων, γραφιάδες που θα πρόσφεραν ακόμη και πυγή για να φανούν άνδρες με πυγμή πνευματική. Και έρχονται εκείνα τα χαρτιά που στις μέρες μας τα αποκαλούν εφημερίδες και γράφουν "Είπαν" - άνω κάτω τελεία και ακολουθεί ο αναφλασμός. Και γίνεται απόφθεγμα. Σε λίγα χρόνια θα καταργήσουν τα στιχάκια των ημερολογίων -κυκλοφορούν ακόμη αυτά;- και θα γράφουν τέτοια αποφθέγματα. "Το μαχαίρι στο κόκαλο" και τα λοιπά. Και οι άλλοι, οι μη έχοντες εξουσία, αλλά την επιθυμούν σαν κίναιδοι, αφήνουν την κρεάτινη γραφίδα και πάνε να βουτήξουν τη γλώσσα στο μυαλό. Αλλά αυτή έχει πάθει αγκύλωση. Πάνω δεν πάει. Τόσα χρόνια προς τα κάτω δούλευε, πως ν' αλλάξει τώρα προσανατολισμό. Το μυαλό; Terra incognita. Η χρήση του; Τι είναι αυτό; Πόσα κερδίζω αν το βρω; Ανάβουν φωτιές. Παντού. Τι καίνε; Ανθρώπους. Μα δεν μυρίζει τίποτα. Πώς να μυρίσει. Αφού χάλασε και η σάρκα. Φτήνυνε. Της αφαίρεσαν τη μυρωδιά για να μην ανεβάσει τιμή. Τι λένε; Ποιοι, τι λένε; Α, οι άρχοντες. Τι σημασία έχει, μην τους ξεσυνερίζεσαι, άρχοντες είναι. "Η Πολιτεία έχει χρέος…" Ποια πολιτεία; Η πολιτεία θέλει πολίτες κι εγώ δεν βλέπω παρά κοπάδια ανθρώπων, σε κουτάκια, όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα, να σηκώνονται ζοχαδιασμένοι, να οδηγούν (άλλο βάσανο αυτό) ζοχαδιασμένοι, να δουλεύουν ζοχαδιασμένοι, να επιστρέφουν ζοχαδιασμένοι να τρώνε ζοχαδιασμένοι, να πίνουν για να χαλαρώσουν ζοχαδιασμένοι και να χαλαρώνουν ζοχαδιασμένοι. Αυτοί δεν είναι πολίτες. Κάτοικοι πόλης είναι. Να φύγω, λες. Και που να πας καημένε Καραμήτρο; Αφού το λουράκι σου έχει συγκεκριμένο μήκος. Κάποτε υπήρχαν και τα ρεύματα και παρηγοριόμασταν. Ποια ρεύματα; Ανθρωπισμός, διαφωτισμός και τα τοιαύτα. Όχι ότι έγινε τίποτα. Απλώς υπήρχαν λέω. Κάπου παρατράβηξε το πράγμα και είπαν, ας κάνουμε ένα ρεύμα. Μετά τα είπαν κινήματα. Μετά κόμματα. Μετά τελεία και παύλα. Μα δεν έχεις καμία ελπίδα; Έχω, πως δεν έχω. Γιατί; Σήμερα γιορτάζουν; Τι να σου λέω τώρα; Ξαμολιέμαι κουρδισμένος να βρω κάτι να γράψω και μόλις πάω ν' αρχίσω ξεχνάω τι ήθελα να πω.
Κλεισμένος σε μεσόγεια στενά
με το κελάηδημα του πολυβόλου στ' αφτιά
Κοιμάμαι!
ξυπνάω με το κροτάλισμα
μιας μέρας που βογκά
Αντάρα!
Κι ο καπνός που απ' τα μάτια βγαίνει
δεν περιμένει να διαλυθεί
κι ολόισια ανεβαίνει
Τέρμα!
Δεν έχει τέρμα η ζωήμόνο ο θάνατος έχει για όποιον τον κατέχει
Σκηνές!
Οι ιστορίες, λεν, των πόλεων
τρομακτικές πως είναι
Μα αν σε φοβίζουνε αυτές
στα γεγονότα μείνε!
Ποτό. Αυτό, ναι. Το συκώτι σου, λέει ο γιατρός. Το δικό σου, του αντιγυρίζω. Σκηνές. Παντού σκηνές. Και μνήμες. Στο φουλ. Προχθές μου έλεγε το ξαδελφάκι μου ότι δεν είχε πια όρεξη για τίποτα. Είχε κατεβάσει ένα Μεταξά τριών αστέρων, αρχίζοντας από τις εννιά το πρωί. Τον κοιτούσα. Κι έβλεπα μια κίρρωση να πάλλεται μπροστά στα μάτια μου, κατακίτρινη, οζώδη, μεγαλειώδη και αποτελεσματική. Σαν βουνό. Ντυμένη με κίτρινο χιόνι. Και πράσινες ανταύγειες, σαν αυτές που αφήνει η πετρελαιοκηλίδα στο νερό. Υπέροχο! Μαζί, του είπα, μη μιλάς, μαζί είμαστε. Μα δεν πίνεις. Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Δώσε μου λίγη ώρα, τώρα ξύπνησα. Και μετά ήπια μαζί του. Και τον κοιτούσα. Ο κόσμος γύρω μας, γύρω μου τουλάχιστον, ήταν στο τυφλό σημείο του οπτικού μου πεδίου. Αυτόν έβλεπα. Το ξαδελφάκι μου. Γύρω μου άρχισαν να δυναμώνουν οι ήχοι. Τι γινόταν; Κάτι έπρεπε να κάνω, να δω. Πιάστηκα από κάτι που είπε και έβαλα τα κλάματα. Καθάρισαν τα μάτια μου. Κοίταξα γύρω μου. Τα ίδια. Σκατά. Ξανάρχισα να πίνω. Κοίταξε τη γκαρσόνα. Θεά. Πώς δεν την είχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό. Άμβλυνση γενική. Νά, για κάτι τέτοια πρέπει να βλέπεις καθαρά. Μετά δεν χρειάζεται τίποτα. Τα κάνει όλα η αφή. "Μ' αγαπάς;" Μα, βέβαια, πώς μπορείς να πιστεύεις το αντίθετο; Γιατί βρίσκομαι εδώ; "Πες μου το, θέλω να το ακούσω". Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Το λες. "Όχι έτσι!" Πώς αλλιώς, κούκλα μου, δεν υπάρχει κι άλλος τρόπος. "Θέλω να ακούσω να το λες με πάθος, να το πιστεύεις". Πάθος; Κι αυτό που κάνουμε ποιος το υποκινεί; "Ο πόθος". Καλά έρωτα ή γλωσσολογία θα κάνουμε τώρα; Ακυρώστε τα περί καθαρού οπτικού πεδίου. Πάλι σε μπελάδες μ' έβαλε. Ο δρόμος άρχισε να κινείται. Η διακεκομμένη γραμμή γίνεται ενιαία. Φυγή. Και απομόνωση. Και γράψιμο. Και ποτό. Και ενοχές. Μ' αρέσουν οι ενοχές. Με κρατάνε ζωντανό. Ακούω ραδιόφωνο. Ξερνάμε. Εγώ και το ραδιόφωνο. Την τηλεόραση δεν την ανοίγω. Βαριέμαι να σφουγγαρίζω. Εξάλλου με ενοχλεί και η ξινίλα. Καπνίζω. Βήχας. Βήχας. Πονάει όλο μου το κορμί. Πάνω φαντάζει τσαμπουκαλίδικο το βουνό. Εκεί ήταν από τότε που γεννήθηκα. Θα πεθάνω και μάλλον εκεί θα είναι. Το καημένο. Φυσάει. Παίρνω βαθιά ανάσα. Βήχας. Στο διάβολο. Ανοίγω τα χαρτιά που τα λένε εφημερίδες. Κριτικές βιβλίων. Ο τάδε λέει για τον δείνα ότι ναι, καλό το βιβλίο, αλλά θα μπορούσε να παραλείψει ή να προσθέσει εκείνο κι εκείνο. Ενδιαφέρουσα άποψη. Ειδικά από κάποιον που δεν έγραψε το βιβλίο. Να το διάβασε άραγε; Και έρχεται η απάντηση. Λέξεις άγνωστες. Ανοίγω το λεξικό. Α, αυτό σημαίνει. Ωραία γραφή, υπέροχη. Σκέτη έκθεση ιδεών. Χωρίς ιδέες. Χωρίς εκθέματα. Σκέτη… Μια ελαστική παγωνιά με τυλίγει. Με κανακεύει, με νανουρίζει. Με τριγυρίζει μια φλόγα που ξέχασε ν' ανάψει. Σαν φλόγα καμινέτου από πάγο. Μουδιάζω. Πέφτω για ύπνο και τα όνειρα είναι τόσο σαφή, λες και δεν είναι όνειρα. Μήπως έχω μπερδέψει το ύπνο με το ξύπνιο. Κάποια δεκαεξάχρονη, με χαμένο βλέμμα, με βρόμικο τζιν και μαύρο μπλουζάκι με σταματάει στη Στουρνάρη, και σαν στουρνάρι μου λέει: "Έχετε να μου δώσετε ένα κατοστάρικο να πάρω το λεωφορείο;" Όχι, απαντάω. Και λέω αλήθεια. "Χοντρομαλάκα, πούστη, σαπιοκοιλιά, κωλοαστέ, γιατί δεν έχεις ρε μαλάκα;" Την αρπάζω από το κεφάλι και της δίνω ένα φιλί στο στόμα. Τόσο δυνατό που τα χάνει. Μυρίζει, δεν ξέρω τι, μυρίζει, πετρέλαιο, βενζίνη, αλκοόλ, σαπούνι, τσίχλα, γλυκό, ερημιά. Ναι, αυτό είναι, ερημιά μυρίζει. Που βρέθηκαν στην ερημιά τόσες μυρωδιές; Όταν την αφήνω παίρνει μια ανάσα, σαν να είχε ώρα πολλή κάτω από το νερό, και γδύνεται. Γδύνομαι κι εγώ. Αρχίζουμε να περπατάμε κανονικά. Κοιτάζω προς τα κάτω. Φοράω ακόμη το σλιπάκι. Φέρνω αμήχανα το χέρι μου μπροστά. Προσπαθώ να διατηρήσω μια ουδέτερη έκφραση. Εκείνη σταματάει και ζητάει λεφτά από κάποιον άλλο. Με ένα πήδημα φτάνω στην Πατησίων. Ακόμη με το σλιπάκι είμαι. Είναι κοντά το σπίτι του Τάκη. Να προλάβω να πάω, να μπω μέσα. Με κοιτάνε; Σαν να μου φαίνεται ότι κανείς δεν με κοιτάει. Κι όμως ντρέπομαι. Γυμνός στην Πατησίων. Να πάρει ο διάβολος. Σκέφτομαι την "Επαναστατική Άλγεβρα"
Στο πεζοδρόμιο στέκεις και με κοιτάζεις να περνώ
στης πορείας τον άλικο στρόβιλο αιτημάτων για ζωή
τι κάνεις εκεί;
Κάνεις γκριμάτσεςσαν μαϊμού εκπαιδευμένη
Μα δεν σου είπε ποτέ κανείς
ότι στην εξίσωση άνθρωπος
το πρώτο μέρος είναι επανάσταση
το δεύτερο είναι ζωήκαι συ
άγνωστε χ
Τι να σου δώσουμε, λοιπόν, για τιμή;
Ξυπνάω… Ενοχές! Είπα ότι μου αρέσουν οι ενοχές. Πάω στο μπακάλη. Μίνι μάρκετ, το λέει. Πάει το μπακάλικο. Ούτε παντοπωλείο δεν το είπε ο άτιμος. Μπακαλίστικες δουλειές. Μπακαλίστικες απόψεις. Μπακαλίστικη ζωή. Του ζητάω ψωμί, τυρί, ένα τέταρτο, όχι πολύ, και δέκα μπίρες. "Θέλεις κρύες; Κάνουν κάτι παραπάνω, λόγω του ρεύματος που καίει το ψυγείο, αλλά είναι κρύες". Βάλε κρύες, Σάιλοκ. Να δούμε ποιος θα αντέξει ώς το τέλος. Πάω στο σπίτι, ανοίγω μια μπίρα, κάτουρο αλόγου. Ξερνάω. Μόνος μου αυτή τη φορά. Το ράδιο είναι κλειστό. Τις βάνω όλες στο δικό μου το ψυγείο. Στην κατάψυξη. Προσπαθώ να φάω κάτι. Πίνω λίγο νερό. Έχει γεύση σιδήρου. Ανατριχιάζω. Αρχίζω να γράφω. Μουσική. Μπομπ Ντίλαν. Θυμάμαι ένα πιτσιρικά κάποτε σε ένα από τα αμέτρητα μπαρ της ζωής μου να λέει: "Άντε μωγέ, μας ταγάξατε με τον γεγο-μπισμπίκι". Καλά. Βρες μου εσύ έναν νέο Ντίλαν και χάρισμά σου ο γέρος. Δεν έχεις; Άστο, λοιπόν, αγοράκι μου, να πάει. Μην το παιδεύεις. Όρνιο. Γράφω. Κομματιάζω την ψυχή μου, την απλώνω, την ισιώνω, την κάνω μικρά εύπλαστα σβολάκια και μ' αυτά σκαρώνω γράμματα. Να εδώ μου λείπει ένα γιώτα, πιάσε λίγη ψυχή και φτιάξε ένα γιώτα. Τι ψυχή έχει ένα γιώτα; Βγάζω μια μπίρα από την κατάψυξη. Αυτό είναι. Κρύα μπίρα. Ζωογόνα. Οι σκέψεις κουτρουβαλάνε σαν κοτρόνες. Γκαπ, γκουπ, γκαπαγκούπ. Τι μου έλεγες; Α, ναι για τη ζωή που ζούμε. Τι έχει αγόρι μου η ζωή, ζωή να 'χει. Και έχει. Εμείς δεν έχουμε. Γυρνάμε σαν δίκαιες κατάρες και ψάχνουμε να βρούμε τη ζωή. Λες κι αυτό που είναι μέσα μας είναι θάνατος. Είναι θάνατος; Μπα… Καλά είμαστε, μη φοβάσαι. Πάντα έλεγα ότι τέλος δεν έχει η ζωή. Μόνο ο θάνατος έχει. Κι αυτό που έχουμε μέσα μας δεν τελειώνει. Άρα, τι θάνατος και πράσινα άλογα μου λες. Λογική, αγόρι μου. Λίγη κοινή, ανθρώπινη, καθημερινή λογική δεν βλάφτει. Νά, πάρε, για παράδειγμα, την κυβέρνηση. Σύνταξη στα εξήντα πέντε οι γυναίκες και θα κερδίζουν και κάνα δυο χρόνια για κάθε ανήλικο παιδί. Εξήντα πέντε μείον δεκαεφτά ίσον σαράντα οκτώ. Κάνεις ένα παιδί από σαράντα πέντε μέχρι σαράντα οκτώ και νά τα δύο χρονάκια κέρδος! Ούτε ξυστό ούτε τίποτα, απλή κοινή λογική, απλά μαθηματικά. Ξέρεις, δεν φταίνε αυτοί. Κοίταξε να δεις. Κερδίζει ένα κόμμα τις εκλογές. Κοιτάει στο μαντρί ο αρχιτσέλιγκας. Ποιους έχει για μπροστοκρίαρα. Αυτόν κι αυτόν. Έλα εδώ αυτέ, θα πάρεις το υπουργείο εργασίας. Μάλιστα! Ό,τι πείτε. Τι ξέρεις από εργασία. Μα, δουλεύω. Σωστό, πάρε το υπουργείο. Έλα εδώ αυτέ νούμερο δύο, τι δουλειά ξέρεις. Δικηγόρος. Ωραία! Πάρε το υπουργείο Πολιτισμού. Εσύ τι είσαι παιδί μου; Κηροπλάστης! Ωραία, πάρε το Υγείας. Λογική κατανομή. Μα αυτούς έχουμε. Ε, ναι, μήπως εγώ είπα κάτι διαφορετικό; Με πλησιάζει ένα πλήθος γιαπωνέζων και μου τραβάει μια αναμνηστική. Κοιτάζω προς τα κάτω. Μπα, ντυμένος είμαι… Ενοχές. Και εμμονές. Ο Τάκης έρχεται και μου λέει "θα μείνω, αλλά με πεθαίνει η μέση μου". Καλύτερα, Τάκη μου. Έτσι που ήρθαν τα πράγματα δεν θα γίνεις οσφυοκάμπτης. Με πλησιάζει ο Γιώργος. "Ξέρεις, είπαν για λεφτά". Ξέρω, Γιώργο, άσε, δώσαμε. Με πλησιάζει και το φάντασμα της Μικαέλας και μου λέει "πάμε για ψώνια". Μακριά, κορίτσι μου, δεν υπάρχει μία. Με πλησιάζει μια μπόχα, μου προσβάλλει τα ρουθούνια, ανεβαίνει στη μύτη, παρακάμπτει το διάφραγμα και φτάνει στο μυαλό. Ρε, κλείστε την τηλεόραση που να πάρει ο διάολος. Η μύτη μου έγινε πολύ ευαίσθητη. Μπίρα. Παρατάω τα χαρτιά. Πάνε να βγούνε και τα ανθρωπάκια των σκέψεων. Μέσα, γρήγορα. Πού να σας ξαναμαζεύω. Κλείνω βιαστικά τα χαρτιά. Παίρνω ένα βιβλίο, από τον σωρό. Κάποιος έχει βαλθεί να με πείσει ότι γράφει. Κάπου έχει ξεχώσει μια ιστορία με έναν συγγενή του και πάει να με πείσει ότι τούτο είναι ένα υπέροχο λογοτεχνικό έργο, με στοιχεία θρίλερ, με αξίες πρωτόγνωρες για τη λογοτεχνική μας παράδοση, με νόημα, με σφυγμό. Κόβω το βιβλίο με ένα ψαλίδι, κατασκευάζω ένα ανθρωπάκι, ψηλαφώ το χέρι του και δεν βρίσκω πουθενά σφυγμό. Μπίρα. Ένα αποκύημα της φαντασίας του πάει να ξεπεταχτεί από τις κομμένες σελίδες και καθώς δίνει ένα πήδο διαλύεται, πέφτει σαν χάρτινο βεγγαλικό. Χαρτοπόλεμος. Ασπρόμαυρος. Ούτε για τις απόκριες δεν κάνει. Κοιτάζω ξανά κάτω. Είμαι γυμνός. Μόνο το σλιπάκι. Πάω στον μινιμαρκετίστα, παίρνω μια μπίρα, δεν την πληρώνω, τη χρεώνει -βάζει και πανωτόκια, κάτι έχασε κι αυτός με τις μετοχές, δεν βαριέσαι- την ανοίγω αμέσως, πίνω. Είναι κρύα. Να κι ένα καλό όνειρο. Ας γυρίσω από το άλλο πλευρό. Αλλά δεν με κολλάει ύπνος. Να φύγω. Να γυρίσω στην πόλη. Να πάω να κλειστώ μέσα. Να ξέρω γιατί κλείνομαι μέσα. Να ορίζω την κλεισούρα μου με το χάος που επικρατεί εκεί έξω. Γιατί εδώ κλείνομαι μέσα μου, ορίζοντας την κλεισούρα με το χάος που υπάρχει μέσα μου, ταυτολογία. Δεν ισχύει. Πάμε βόλτα στη Λογική. Πιάσε το χέρι μου. Μη φοβάσαι, θα βρούμε τον δρόμο. Λογική. Πώς να δεις αυτό με το οποίο βλέπεις. Έλα. Ποιοι σκότωσαν την ελπίδα; Ρομαντικές μπαρούφες. Πνευματικά εξαμβλώματα. Πότε έκανες τελευταία φορά εμβόλιο για την ηλιθιότητα; Πρόσφατα; Ε, θα είχε λήξει. Που πας; Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Άρρωστε φίλε μου, ας θεραπευτούμε παρέα. Λεωφορείο. Μικρή Εκκλησία του Δήμου σε ρόδες. Τύραννος ο Οδηγός. Ο Φύρερ. Αν δεν του αρέσει κάτι παρεμβαίνει. "Όχι πολιτικά εδώ". Αν του αρέσει συμμετέχει και προτρέπει "άκου τι σου λέει ο κύριος". Θέμα σχέσεων είναι τα πάντα. Συμφωνίας. Σύμβασης. Αν ο "κύριος" είχε αντίθετη γνώμη θα ήταν "μαλάκας". Σχετικά είναι όλα. Και οι σχέσεις μας ακόμη. Ειλικρίνεια είπες, αγόρι μου; Βάλε μου δυο κιλά. Δυόμισι· να τ' αφήσω; Άστα και βάλε μου δύο. Κάποιος ανοίγει το παράθυρο. Τον χτυπάει ο ήλιος. Καλοκαίρι είναι. Πιστεύει ότι με τον καυτό αέρα θα ξεγελάσει το βιολογικό του θερμόμετρο. Ο πισινός πετάγεται. Πισινός, όνομα και πράγμα. "Κλείστε το, κύριέ μου, θα πουντιάσουμε". Άλλο ήθελε να τον πει, αλλά "κύριε" του βγήκε. Συμβάσεις. Έντονη συζήτηση. Φωνάζουν. Κάποιοι γελάνε. Κάποιοι κουνάνε τα κεφάλια για τον έναν ή τον άλλον χαζό. Ένας που διαβάζει Εστία, μονολογεί: "Σόδομα και Γόμορρα". Περίεργο. Κανένας δεν κλαίει. Μόνο ένα μωρό. Αυτό όμως κλαίει γι' άλλο λόγο. Επειδή γεννήθηκε. Εγώ δεν κλαίω. Διψάω. Σταθμός Υπεραστικών Λεωφορείων. Χώρος απείρου κάλλους. Δεν θα τον περιγράψω. Είναι απερίγραπτος. Αξίζει να πάρεις κανονική άδεια και να πας να τον δεις. Θα τον έχουν λέει για τουριστική ατραξιόν στους Ολυμπιακούς. Άθενς μπάι δη Ρίβερ. Ταξί. Πέντε μαζί. Που πας; Εξάρχεια. Εσύ που πάτε; (είναι η καινούργια αττική σύνταξη, σχήμα λόγου της κίτρινης φυλής). Κηφισιά. Εμπάτε μέσα (άλλος γραμματικός τύπος, με εκκωφαντική μελωδία). Πάμε. Η γιαγιά, δίπλα, ισχνή και αμίλητη, μυρίζει εξοχή. Εγώ μέση. Η κυρία -γιαγιά είναι αλλά έχει κάνει αναπαλαίωση- στο άλλο πλάι, μυρίζει άρωμα, κάτι σε λιβάνι με κονιάκ και μια δόση ξινίλας. Πιο δίπλα ένα μικρό που φωνάζει όλο "γιαγιά", όχι τη γιαγιά, αλλά την κυρία-γιαγιά. Εκείνη με κοιτάει, χαμογελάει, και λέει "ανιψάκι μου είναι, αστειεύεται, καλέ". Ύφος λάγνο. Το πόδι της ακουμπάει στο δικό μου, αδιάφορο και νεανικό. Για να μου αποσπάσει την προσοχή από κάτω, μου λέει κοιτώντας πάνω: "Σκάσαμε. Έσφιξαν οι ζέστες!" Συμφωνώ. Πολλά έσφιξαν. Περνάει τη γλώσσα στα χείλη της. Παίρνει το μικρό αγκαλιά και κολλάει κι άλλο πάνω μου. Διψάω. Κατεβαίνω. Της κλείνω το μάτι. Τρέχω. Στην είσοδο. Το ασανσέρ κατειλημμένο. Έλεος! Ανεβαίνω από τις σκάλες. Μπαίνω μέσα. Ανοίγω το ψυγείο. Μπίρα. Παράδεισος. Ευτυχία. Τηλέφωνο. Ο εκδότης. "Τι κάνεις;" ρωτάει. "Λάθος" του λέω, το κλείνω και το βγάζω από την πρίζα. Ορμάω στο ντους. Νερό. Κρύο. Παραείναι κρύο. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Δεν το κλείνω. Εκεί. Σιγά-σιγά το συνηθίζω. Υπέροχο. Ξεθολώνω. Μπαίνει η μητέρα του γιου μου. Με φιλάει. Τη φιλάω κι εγώ. Φιλιόμαστε. Κάνουμε έρωτα. Πίνουμε. Της έλειψα. Μου έλειψε. Λείπουμε, γενικώς, ο ένας στον άλλον. Ελλείψεις παντού. Έλλειψη νερού. Έλλειψη πόρων. Έλλειψη ανθρώπων - Όχι, από αυτούς έχουμε. Με τη μια ή την άλλη έννοια. Έλλειψη λογικής. Αλλά εδώ τα καταφέρνουμε καλύτερα. Βαφτίζουμε τα πάντα λογικά και ξεμπερδεύουμε. "Η λογική διάσταση των γεγονότων…", έλεγε ο άλλος με τα γυαλάκια στην τηλεόραση. Άσε. Μη λες. Μη λες τίποτα. Μονόδρομος η ζωή. Όπου πάει το ρεύμα. Και το ρεύμα πάει όπου το πάνε. Καταπίνω τη ζωή σαν προσβολή και προχωρώ. Το "Ουρλιαχτό της μοναξιάς" με τσιγκλάει σαν τον διάολο.
Κυριακή απόγευμα
Λονδίνο
Ουρλιαχτό στην πόλη
Στην πόλη του κόσμου
Ο Μουσταφάς, βρόμικος
πασαλείβει με λίπος την ψηστιέρα
Σου χαμογελάει…Ναι, γιατί όχι
Δέκα πάουντ είσαι
Τόσα αξίζεις την ώρα του τσαγιού
Κυριακή απόγευμα
Λονδίνο
Ουρλιαχτό στην πόλη
Στην πόλη του κόσμου
Άσε την Αγκάθα να βαυκαλίζεται…
Ο Μουσταφά λάδωσε τις πίτες στο λίπος και τις πέταξε στη φωτιά. Με κοιτούσε στα μάτια. Με κοιτούσε σαν να με έβλεπε πρώτη φορά. "ε, λε γκρεκ, τι σκέφτεσαι;" Τίποτα, ρε Μουσταφά, τι να σκεφτώ. Πιάσε ένα μεζέ και μια μπίρα. Και πίνουμε. Τον κοιτάω. Άλλα βάσανα και τούτος. Πήγε στην πατρίδα του, παντρεύτηκε μια εξαδέλφη του. Έτσι κάνουν. Την παντρεύτηκε, λοιπόν. Την πήρε μαζί του στη χώρα της υπερβόρειας παρθενιάς. Αρχή του δράματος. Κλάματα. Εκείνη έκλαιγε. Και έκλαιγε τις νύχτες που δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όλες, δηλαδή. Καλοκαίρι. Ο υπερβόρειος ουρανός δεν σκοτεινιάζει με τίποτα. Σου κάνει τα νεύρα τσατάλια. Κλάματα. Οι αυτόχθονες τα έχασαν. Τι είναι τούτο; Ε, τι θέλετε να είναι; Πολλά είναι. Ψυχή είναι. Πολιτισμός είναι. Αντίληψη άλλη είναι. Η Άισα είναι. Δεν τη λένε Γκουνίλα. Λάθος. Λάθος; Ναι, ίσως, για σας. Κλάματα. Να πλημμυρίζουν τις κατ' ευφημισμόν νύχτες σας. Τότε που δεν κοιμάστε ή κοιμάστε λίγο. Μα, μας ξενίζει. Φυσικά. Αλίμονο αν συνέβαινε κάτι άλλο. Πάντα ενοχλεί το διαφορετικό. Ο Μ. δεν άντεξε. Την πήγε πίσω. Την επέστρεψε. Την παρέδωσε. Σαν δανεικό βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του κόσμου. "Κύριοι, η εγγύηση δεν ήταν αρκετή…" Χα! Την αγαπούσε. Και το καινούργιο στέρεο το αγαπάς. Την επέστρεψε. "Ευχαριστώ πολύ, με συγχωρείτε…" και τα λοιπά. Ο ίδιος επέστρεψε. Ήρεμος, εξωτερικά. Η νοικιασμένη πατρίδα τον είχε δασκαλέψει να μην εκφράζει την τρικυμία της ψυχής. Η ψυχολογική επέκταση του λευκού χιονιού, της εκκωφαντικής ησυχίας, των φωτεινών νυχτών, του απαραβίαστου των χωρικών υδάτων της προσωπικότητας, είχαν πέσει πάνω στην ψυχή του σαν βράχοι και καταπλάκωσαν εκείνο το χαμσίνι της βεδουϊνικής ερήμου. Χα! Παρέμενε, όμως, άραβας. Για τους άριους. Για τους δικούς του; Ξένος. Η μοίρα των ανθρώπων που έχουν το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί. Αέναα αιωρούμενοι. Ψυχικά. Σωματικά. Αιωρούμενα σωματίδια σκόνης. Σκόνης ασήμαντης. Κόκκοι σε ένα σύμπαν που συζητάει για το αν θα πρέπει να συμπαντοποιηθεί πριν ακόμη γνωρίσει τα όριά του. Μακέλεμα της ελπίδας. Απόπειρες να καταγράψεις με στυλό διαρκείας την ανεπάρκεια των λόγων σου. Νωχελικά τεντώματα, σαν κορμί που ξυπνάει στο απέραντο κρεβάτι του κόσμου. Τι θ' αντικρίσει; Μη ζορίζετε τη φαντασία σας. Αυτή τουλάχιστον δεν φταίει σε τίποτα. Αντιμετωπίστε την έπαρση που σας κάνει να μιλάτε για παγκοσμιοποίηση. Ανέραστοι και ανήμποροι να δείτε τον άλλον ως άνθρωπο, μιλάτε για τη συναδέλφωση. Ω, αν ξέρατε πόσο πιο απόρθητος καταντά ο σαραβαλιασμένος φράχτης του οικοπέδου σας από το τείχος του Βερολίνου. Πόσο πιο ισχυροί είναι οι φράχτες που κρατάνε καλά μέσα στα κεφάλια σας τον ογκόλιθο που βαφτίσατε πολιτισμό και γνώση. Πόση δεδομένη και "σίγουρη" γνώση κρατάτε εκεί μέσα; Σαν χάντρα για τη βασκανία, και ανεβασμένοι στα Ιμαλάια της σιγουριάς της αναφωνείτε: "Μολών λαβέ" Τι να λάβω, μωρέ μόμολα; Ας πιούμε Μουσταφά, ας πιούμε. Η απόσταση που μας χωρίζει είναι αυτό το τραπεζάκι ανάμεσά μας. Με μόρια που κινούνται ακατάπαυστα. Δεν εμποδίζουν. Δεν υπάρχουν φράχτες, Μουσταφά. Εμείς τους φτιάχνουμε. Και είμαστε πολύ καλοί σ' αυτό. Μαστόρια.Σοδιάζω τις πυρκαγιές του μυαλού μου. Τις αφήνω να κρυώσουν και τοποθετώ όμορφα τις παγωμένες φλόγες στο χαρτί. Με τάξη και ηρεμία. Με σεβασμό και αγάπη. Όλα είναι μια συνεχής πρόταση που αν βάλεις τελεία θα πάψει να υπάρχει. Μια ανάσα ίσον μια ζωή. Τυχεροί όσοι μπορούν και κρατούν λίγο παραπάνω την αναπνοή. Τυχεροί, είπα; Ίσως. Ίσως προλάβουν να βρουν ό,τι αναζητούν. Χα! Έτσι έλεγε ο Δάντης -όχι, όχι ο θεοκωμωδοποιός- εγώ μιλάω για τον αμερικανό φίλο μου που επέμενε ότι μπορείς να σκοτώνεις χωρίς τύψεις. Εσύ γιατί λιποτάκτησες όταν ήταν να πας στο Βιετνάμ, ρε Δάντη; Για να μη σκοτωθώ. Καλά έκανες. Σκοτώθηκε αργότερα. Τον σκότωσαν, δηλαδή, βρήκαν το κουφάρι του πεταμένο σε ένα κάδο απορριμμάτων. Τον είχαν σκοτώσει στο ξύλο, κυριολεκτικά. Ίσως να έφταιγε και η ζωή που έκανε, ίσως η δουλειά του. Πόρτα. Τι σημασία έχει;
Σημαντικό είναι ότι
Σε τούτους τους καιρούς
η ακινησία του νου
ίδια χρυσόσκονη
επικάθεται
αναδεύεται
επιβάλλοντας έναν δικό της ρυθμό
που απαξιοί να σκεφτεί
Η ίδια νεκρώνει τις απολήξεις των ταλάνων νεύρων μας
Διατάσσει σιγή ασυρμάτου
Σε καιρούς επικοινωνίας
Οι ανάγκες ίδιες παρθένες
στα μάτια (και τις αισθήσεις)
ενός ανίκανου εραστή
Κέντησε Ποιητή των Μεγαλουπόλεων
τα άστρα σου
με τσιμεντενέσεις
Τ' ακούσατε τι έπαθε η Ζωή
μπροστά μας βάλθηκε ν' αυτοκτονήσει
…Αφήνει την τελευταία της πνοή-απόδειξη ντροπής-
στα πόδια αυτών που την αγαπούν
Άλλο και τούτο
ν' αυτοκτονείς επειδή σ' αγαπούν.
[Ο ήλιος δύει στις 7 το βράδυ, για τα ημερολόγια]
Ο ήλιος τούτος έχει δύσει από τα μικράτα του!
"Γράψε κάτι", λέει τ' αφεντικό. Τι να γράψω, μωρέ; Άσε με να χωνέψω αυτά που γράφουν οι άλλοι. Τι να πρωτογράψω; Για τι να πρωτογράψω; Roma non fu fatta in un giorno. Και ΜΠΑΜ ηκούσθη στον αέρα! Τι να πω. Αρχίζει ο κύκλος του αίματος. Στάζει η γη. Μας δίνει ένα φιλάκι ο φόβος. Του αρέσει το foreplay. Και βγαίνουν οι αναλυτές και οι ψυχολόγοι-αναλυτές, και οι αναλυτές-αναλυτές και αναλύουν, διαλύοντας τα μυαλά μας με λέξεις αδέσποτες. Περιγράφουν την ανθρώπινη συμπεριφορά στη βάση ενός ηθικοπολιτικού συστήματος, το πλαίσιο του οποίου έχει οριστεί αυθαίρετα. Από άτομα επιτυχημένα. Σωστό. "Όταν το σύστημα σου προσφέρει επιτυχίες, σημαίνει ότι έχεις συνεισφέρει στην επιτυχία του συστήματος". Ποιος το είπε; Δεν ήμουν εγώ. Ο Κλιντ Ήστγουντ, ήταν. Σοβαρεύουν τα πράγματα. Οι γνώστες σφίγγουν νευρικά τα χείλη. Στους αναγνώστες σφίγγουν άλλα σημεία του σώματος. Κορυβαντώδεις αναλυτές, μας κοπρίζουν με αναλύσεις. Οι πολιτικοί; Μιλάνε κι αυτοί. Αλλά μην τους φοβάστε. Οι περισσότεροι είναι απολιτικοί. Συν ένα, μείον ένα ίσον μηδέν. Κι όταν τους στριμώξεις, το παραμύθι. "Η λαϊκή εντολή…". Καλά σου κάνουν και σε γονιμοποιούν, ρε κόσμε. Είχαν πέσει τώρα τελευταία οι αριθμοί γεννήσεων. Άντε μπας και δούνε κι οι άλλοι φως. Να βγουν στη ζωή. Φέρτε μου να πίνω. Μη σταματάτε. Ο γιατρός φωνάζει. Δουλειά του είναι. Επιστροφή στον Ανθρωπισμό. Πώς λέμε, η επιστροφή των Τζεντάι. Κάτι τέτοιο. Κουράστηκα. Νά, αυτό είναι το χειρότερο. Αυτό ήθελαν να πετύχουν. Να μας κουράσουν. Χειρότερο κι από τον θάνατο, είναι αυτό. Μουτζαχεντίν και Αμερικανοί. Αμερικανοί και Μουτζαχεντίν. Μουτζαχεντινοί και Αμερικανίν. Έχετε παίξει "κορόιδο", μικροί; Όταν στέκεσαι ανάμεσα σε δύο άλλους που πετούν ο ένας τη μπάλα (το μπαλάκι;) στον άλλον και εσύ κάθεσαι ως άλλος Αυνάν και προσπαθείς να την πιάσεις; Αυτό είναι. Περιπλανιέμαι στη βρόμα. Στη βρόμα των δηλώσεων. Δηλώσεις από παντού. Κατάντησε και η δήλωση σαν τη δημοκρατία. Όποιος θέλει την ξεστομίζει. Όποιος θέλει κοιμάται μαζί της. Τοις μετρητοίς ή επί πιστώσει. Ή και τζάμπα. Άλλοι καιροί. Σκύβω στον Καβάφη, ακουμπώ πάνω στον λάγνο γέρο για να μου ψιθυρίσει ξανά την ιστορία -και την Ιστορία- με τη Διορία του Νέρωνος. Ν' αγαλλιάσει κομμάτι η ψυχούλα μου. Πάντα δακρύζω στην τελευταία στροφή
Αυτά ο Νέρων.
Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.
Πάντα δακρύζω με την Ειρωνεία της Ιστορίας. Ανήκει στις εμμονές μου. Δεν ξέρω γιατί. Πάντα δακρύζω. Και δακρύζοντας λυτρώνομαι. Ησυχάζω. Ξέρω ότι αμφότεροι οι μεγαλουσιάνοι θα την πληρώσουν. Και ησυχάζω. Και κοιμάμαι. Όχι άλλη μπίρα. Να κοιμηθώ θέλω. Και να ξυπνήσω σε μια άλλη γη. Σ' εκείνη που όλοι θέλουμε. Αφήστε, λοιπόν, να χαράξει η μέρα και να χαράξει τη ρότα της. Άλλη μια μέρα. Να που υπάρχει πάντα και κάτι άλλο…Άλλο; Κοιτάζω κάτω…Μήπως είμαι…ΓΥΜΝΟΣΣΣΣΣσσσσσσσσσ... Μη μιλάς σσσσσσσσ
Tuesday, May 02, 2006
En valsmelodi - Μια μελωδία σε ρυθμό βαλς

(του Nils Ferlin)
Dagen är släckt,
mörktet har väckt
stjärnor och kattor och slinkor
fyllda av skarn,
slödder och flarn
sova polishus och finkor -
Barnet det skådar i drömmarnas brus
hur en ängel med lyktor går runt våra hus.
Och ensam i kvällen den sena
jag slåss med en smäktande vals.
Och jag är ganska mager om bena,
tillika om armar och hals -
jag har sålt mina visor
till nöjets estrader
och Gud må förlåta mej somliga rader
ty jag är ganska mager om bena,
tillika om armar och hals.
Grämelsens son
i grammofon
sprattlar för Hans och för Greta
Pajas - ack ja -
schajas - ack ja,
gott kan det vara att veta!
Skänk mej nu bara ett rimord på sol
när jag redan har använt fiol och viol? -
Ack, ensam i kvällen den sena
jag slåss med en smäktande vals,
och jag är ganska mager om bena,
tillika om armar och hals
- Jag har ingenting alls här i världen att vinna
och snart i min grop skola maskarna finna
att jag är ganska mager om bena,
tillika om armar och hals.
Το φως αδειάζει
κι η νύχτα ξεβράζει
αστέρια, τσουλιά και πληρωμένες
ζωής σκουπίδια,
πόρνες συντρίμμια
μες σε κελιά σωριασμένες –
και το μωρό στου ονείρου την αχλή
άγγελο με λύχνο βλέπει στην αυλή.
Και μόνος μες την άγρια νύχτα
παλεύω με ένα βαλς ατονικό.
Και μια ατονία νιώθω στα πόδια
ωσαύτως σε χέρια και σε λαιμό–
τους στίχους μου πούλησα για τέρψεις σκληρές
συχώρα μου Θεέ μου και κάποιες στροφές,
αφού ατονία νιώθω στα πόδια
ωσαύτως σε χέρια και σε λαιμό.
Ντροπής κραυγή
από γραμμόφωνου χωνί
που κλαίει για τον Χανς και τη Γκρέτα
Παλιάτσος – ε, καλά–
κλοσάρ – μα, φυσικά,
Καλά τα λες - νέτα σκέτα!
Για πες μου εσύ πώς ριμάρει η “λιακάδα”
Τώρα που στράγγισα πια και τη λέξη “ικμάδα”
Κι αλίμονο, μόνος μες την άγρια νύχτα
παλεύω με ένα βαλς ατονικό.
Και μια ατονία νιώθω στα πόδια
ωσαύτως σε χέρια και σε λαιμό–
Απ’ τον κόσμο να πάρω δεν έχω τίποτα πια
και στον τάφο μου τα σκουλήκια θα μάθουν ταχιά
για την ατονία που νιώθω στα πόδια
ωσαύτως σε χέρια και σε λαιμό.
(μτφρ. Γρ. Κονδύλη)
Ένα άηχο… όπλο

Δεν είμαι “φανατικός” θεατρόφιλος. Παρακολουθώ παραστάσεις όταν μου δίνεται η ευκαιρία. Το σημείωμα που ακολουθεί ο αναγνώστης θα πρέπει να το εκλάβει μάλλον ως απλές σκέψεις αποτυπωμένες σε χαρτί. Εν ολίγοις, οι σκέψεις αυτές δεν επέχουν θέση κριτικής.
Παρακολούθησα, λοιπόν, τον “Ήχο το όπλου” της Λούλας Αναγνωστάκη. Ένα πολύ ελκυστικό σε σύλληψη –παρά το τετριμμένο της υπόθεσης, ακόμη και το 1985, όπου αναφέρεται– θέμα με έξυπνες ανατροπές αν και φανερές στην επιμήθεια μορφή τους. Άλλο περιμένεις, άλλο γίνεται. Και ύστερα αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που έγινε, ναι, θα μπορούσε να γίνει – αυτό και πολλά άλλα… Με την έννοια αυτή το έργο εκτυλίσσεται σε έναν κυκεώνα καταστάσεων (μεταξύ αυτών και οι εκλογές, η άλλη λύση που δίνεται εκεί έξω, σε πακέτο, και η οποία εύστοχα παρουσιάζεται με το πραγματικό της επίθετο από τη συγγραφέα: ενοχλητική) που σαν κύκλοι ζωών, μικρών και μεγάλων σε χρονική διάρκεια ζωών, εφάπτονται, τέμνονται και καμιά φορά καλύπτουν εντελώς ο ένας τον άλλον και σε κάνουν να αναρωτιέσαι σε ποιον ανήκουν, τελικά, τα διαμειβόμενα. Σε ηλεκτρονική εφημερίδα το έργο παρουσιάζεται με τα εξής λόγια: «Η σύγκρουση ανάμεσα σε μια μητέρα (που έρχεται από την επαρχία για να ψηφίσει) και το γιο της, που τον συναντά μετά από ένα χρόνο». Προσωπικά δεν αποκόμισα αυτή την εντύπωση. Ποια σύγκρουση; Μάλλον ο καθένας συγκρούεται ή έχει συγκρουστεί κατ’ αρχάς με τον εαυτό του και μετά οδηγείται στη φαινομενική σύγκρουση και με τους άλλους. Γιατί –πώς να το κάνουμε– τη σύγκρουση ως νόσο και θεραπεία αντάμα την κουβαλούν όλοι οι ήρωες μέσα τους. Ένας από αυτούς, ο Γιαννούκος (Απόστολος Τότσικας) την κουβαλάει και υπό μορφή όπλου. Το όπλο αυτό αποτελεί το κόκκινο νήμα μεταξύ ηθοποιών και θεατή και ώς ένα βαθμό και μεταξύ των ίδιων των ηθοποιών. Αυτό το όπλο περιφέρεται σκόπιμα και άσκοπα επί σκηνής καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Σκόπιμα σε ό,τι αφορά το κρυφό κλείσιμο του ματιού (και φυσικά την υπόδειξη: νά εδώ περνάει το κόκκινο νήμα) προς τον θεατή και άσκοπα επειδή το όπλο τελικά είναι το πιο άκακο πράγμα που κυκλοφορεί στη σκηνή. Αν και “παίζει” δεν ανήκει στο παιχνίδι (ουσιαστικά, εννοώ… γιατί σίγουρα αποτελεί τμήμα της πλοκής). Το όπλο βρίσκεται εκεί για να ξεγελάσει τον θεατή, για να αποσπάσει την προσοχή του σε κατεύθυνση άλλη, μακριά από το επαπειλούμενο κακό. Όλοι το διαισθανόμαστε, όλοι το περιμένουμε (από άλλη, βέβαια, κατεύθυνση) κι αυτό δεν μας χαλάει χατίρι: έρχεται, από αλλού. Θα έλεγε κανείς ότι το κόλπο με το όπλο θυμίζει λίγο Άγκαθα Κρίστι που σε περνάει από πολλά πρόσωπα μέχρι που να σου αποκαλύψει τον πραγματικό ένοχο που είναι συνήθως και ο πιο απίθανος. Αλλά νομίζω ότι η Αναγνωστάκη με την πρότασή της πάει ακόμη πιο πέρα, σε πιο βαθιά νερά. Θέλοντας να περιγράψει την πραγματική απειλή χρησιμοποιεί έναν μάλλον βιτγκενσταϊνικό τρόπο κατάδειξης. Εκείνο το οποίο πρέπει πραγματικά να προβληθεί, αποσιωπάται. Θέλοντας, λ.χ. να καταδείξει το νησί, μας μιλάει για τη θάλασσα που το περιβάλλει. Μιλάει μόνο για το όπλο, ένα όπλο ακίνδυνο, ένα όπλο-μπαλαντέρ για το παιχνίδι που η Αναγνωστάκη παίζει μαζί μας αλλά, αλίμονο, κι ένα όπλο που δεν ακούμε ποτέ τον ήχο του. Ο Γιαννούκος όταν αφηγείται ότι θα ήθελε να πυροβολήσει προς τη μεριά του σκοτεινού ορίζοντα για νιώσει, τάχα, ελεύθερος, μιμείται τον ήχο του όπλου. Ίσως πρόκειται για συμβολισμό, για ειδοποίηση προς τον θεατή, για το ειλικρινές, αυτή τη φορά κλείσιμο του ματιού της συγγραφέως προς τον θεατή: από το στόμα του Γιαννούκου δεν ακούγεται κανένα μπαμ και στην ουσία δεν βγαίνει κανένας ήχος. Τα όπλα όμως υπάρχουν, κυκλοφορούν ελεύθερα, χωρίς άδειες οπλοφορίας και τα λοιπά. Είναι οι ίδιοι οι ήρωες, είναι οι χαρακτήρες τους, είναι το πώς πλάστηκαν και το πώς και ποιοι τους έπλασαν. Όλους ανεξαιρέτως. Ακόμη και ο Ηλίας (Τσιδίμης) κραδαίνει, με σκοπό πασιφανή με ζέση περισσή, το όπλο της κολακείας προς τη μαμά-Κάτια (Λουκία Πιστιόλα). Όλοι τους είναι όπλα, ακόμη και ο φαινομενικά πυροβολούμενος απ’ όλους Μιχάλης-Μάικ (Νίκος Πουρσανίδης). Ίσως αυτός να είναι και το πιο μεγάλο κανόνι. Ο πιο αθώος στην όλη υπόθεση είναι το πραγματικό όπλο. Και, ίσως, το παιδί που αναμένεται (υπάρχει μήπως κι εδώ μια υποψία απειλής; Ήδη πριν γεννηθεί έχει ήδη χρησιμοποιηθεί ως όπλο).
Βαθιά ανθρώπινη τομή στην ανθρώπινη φύση αποτελεί τελικά το έργο πέρα από την επίφαση του χάσματος των γενεών. Εξάλλου, κι αυτό απότοκο των ανθρώπινων σχέσεων είναι.
Προσωπικές εντυπώσεις
Οι συντελεστές; Νέοι και λαμπεροί. Με εντυπωσίασαν όλοι τους. Θέλω όμως να σταθώ ιδιαίτερα στους νέους ηθοποιούς. Για τους δοκιμασμένους τι να πούμε; Τους ευχαριστούμε ειλικρινά. Και τη Λουκία Πιστιόλα και την Ευτυχία Τσαμποδήμου και τον Γιώργο Τσιδίμη. Οι νεαροί άντρες και η κοπέλα, Νίκος Πουρσανίδης, Απόστολος Τότσικας και Κατερίνα Καραδήμα συγκίνησαν. Το παίξιμο του Πουρσανίδη (σ’ αυτήν την ηλικία!) αποτελεί –για μένα– δείγμα ύφους. Χώθηκε τόσο βαθιά στο πετσί του ρόλου του που τελειώνοντας δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα που ανήκε, φυσικά, στον ρόλο. Τον ευχαριστώ ειλικρινά.
Κάποια συγγνωστά λαθάκια. Στις πρεμιέρες είθισται να υπάρχει ένα πάγωμα στην αρχή. Και δεν το γλιτώσαμε, αλλά ήρθε, λίγο μετά, και ζεστάθηκε με την εμφάνιση της Πιστιόλα και της Τσαμποδήμου στη σκηνή. Μετά κύλησαν όλα ομαλά.
Άλλο; Να σταματήσουν να έρχονται οι “επίσημοι” όποτε τους καπνίσει. Κάκιστη συνήθεια.
Γρηγόρης Κονδύλης
Υ.Γ. Εκείνο το “περίστροφο” που λέγεται από τους ηθοποιούς ενώ εμφανίζεται ένα αυτόματο πιστόλι με γεμιστήρα μήπως θα πρέπει, έτσι, για λόγους πραγματολογικούς, να αλλάξει; Το πιστόλι ή η λέξη. Ας γίνει “πιστόλι”.
Γιά σκεφτείτε το λίγο
Ενδιαφέροντα; Σαφώς.
Χρήσιμα; Ρητώς.
Κάνουμε χωρίς αυτά; Ουδαμώς.
Τα χρειαζόμαστε, λοιπόν; Ποσώς.